Πάνω από 1.000 μονάδες υποχώρησε ο Dow Jones Industrial Average στη συνεδρίαση της Τετάρτης, καθώς η Fed διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια και η τιμή του αμερικανικού πετρελαίου κινήθηκε κοντά στα 85 δολάρια το βαρέλι. Η έντονη πτώση επανέφερε στο προσκήνιο το ερώτημα που ακολουθεί κάθε απότομη διόρθωση στη Wall Street: πρόκειται για την αρχή μιας βαθύτερης υποχώρησης ή για μια ευκαιρία τοποθέτησης;
Τα στοιχεία των τελευταίων πέντε ετών δείχνουν ότι η άμεση αντίδραση της αγοράς μετά από μια πτώση 1.000 μονάδων δεν είναι συνήθως εντυπωσιακή. Αν εξαιρεθεί η τελευταία συνεδρίαση, ο δείκτης έχει κλείσει με απώλειες τετραψήφιου μεγέθους εννέα φορές από το 2021 και μετά.
Κατά μέσο όρο ο Dow παραμένει ουσιαστικά αμετάβλητος την επόμενη μέρα μιας τέτοιας πτώσης. Η εικόνα επιδεινώνεται σε ορίζοντα μίας εβδομάδας, όταν καταγράφει διάμεση απώλεια 1,14%. Στον έναν μήνα, όμως, η τάση αλλάζει, με τον δείκτη να εμφανίζει μεση άνοδο σχεδόν 2%, ενώ σε διάστημα τριών μηνών το μέσο κέρδος διευρύνεται στο 9,1%.
Η ιστορική εικόνα υποδηλώνει ότι οι μεγάλες ημερήσιες απώλειες συχνά δεν σηματοδοτούν άμεση αντιστροφή. Αντίθετα, μπορεί να ακολουθήσει μια περίοδος αυξημένης μεταβλητότητας και νέων πιέσεων, πριν η αγορά βρει σταδιακά ισορροπία και ξεκινήσει μια πιο ουσιαστική ανάκαμψη.
Οι δασμοί του Τραμπ και το σοκ του 2025
Τρεις από τις εννέα πτώσεις άνω των 1.000 μονάδων σημειώθηκαν τον Απρίλιο του 2025, μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ για την επιβολή εκτεταμένων αμοιβαίων δασμών σε χώρες σε όλο τον κόσμο, στο πλαίσιο της λεγόμενης «Ημέρας Απελευθέρωσης».
Ο Dow και οι υπόλοιποι βασικοί δείκτες ανέκαμψαν μετά την έντονη διήμερη πτώση, όταν ο Τραμπ ανακοίνωσε 90ήμερη αναστολή του σχεδίου. Ωστόσο, η αγορά δέχθηκε νέα πίεση στις 10 Απριλίου, καθώς παρέμειναν σε ισχύ οι υψηλοί δασμοί για την Κίνα.
Η εικόνα άρχισε να βελτιώνεται αργότερα μέσα στον μήνα, όταν οι ΗΠΑ και η Κίνα έστειλαν μηνύματα αποκλιμάκωσης της εμπορικής έντασης. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε την επενδυτική διάθεση και συνέβαλε στην επιστροφή των αμερικανικών μετοχών σε ανοδική τροχιά.
Το 2022 και ο φόβος της ύφεσης
Τέσσερις από τις μεγάλες ημερήσιες πτώσεις καταγράφηκαν το 2022, όταν ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα και η Fed προχωρούσε σε διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων για να περιορίσει τις πιέσεις στις τιμές. Οι επενδυτές ανησυχούσαν ότι η ταχεία σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής θα επιβράδυνε σημαντικά την οικονομία και θα μπορούσε να οδηγήσει σε ύφεση. Ο Dow και οι υπόλοιποι βασικοί δείκτες εισήλθαν σε περιβάλλον bear market, καθώς οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων πίεζαν τις αποτιμήσεις των μετοχών.
Η αγορά βρήκε τελικά πυθμένα τον Οκτώβριο του 2022 και από εκεί ξεκίνησε ο τρέχων ανοδικός κύκλος. Η εξέλιξη αυτή αποτελεί υπενθύμιση ότι οι έντονες διορθώσεις μπορεί να δημιουργήσουν σημαντικές ευκαιρίες, αλλά συνήθως απαιτούν χρόνο μέχρι να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη.
Οι άλλες δύο πτώσεις άνω των 1.000 μονάδων σημειώθηκαν τον Αύγουστο και τον Δεκέμβριο του 2024. Η πρώτη συνδέθηκε με τις ανησυχίες για την αμερικανική αγορά εργασίας, μετά από ασθενέστερα του αναμενομένου στοιχεία για την απασχόληση, καθώς και με τη μεγάλη πτώση του ιαπωνικού χρηματιστηρίου. Η δεύτερη προήλθε από τη στάση της Fed, η οποία έδειξε ότι θα κινηθεί προσεκτικά στις μειώσεις επιτοκίων. Η προοπτική μιας πιο περιοριστικής νομισματικής πολιτικής για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα προκάλεσε νέα αναπροσαρμογή των προσδοκιών των επενδυτών.
Στη σημερινή συγκυρία, η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν συνδυασμό πληθωριστικών και γεωπολιτικών κινδύνων. Η Fed διατήρησε το βασικό επιτόκιο στο εύρος 3,5%-3,75%, παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο. Τρεις αξιωματούχοι διαφώνησαν, υποστηρίζοντας αύξηση των επιτοκίων, στοιχείο που ενισχύει τις εκτιμήσεις ότι η επόμενη κίνηση της κεντρικής τράπεζας ενδέχεται να είναι προς τα πάνω.
Την ίδια στιγμή, οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν ξανά μετά τη δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα πλήξουν το Ιράν ως απάντηση σε αιφνιδιαστική επίθεση κατά αμερικανικών δυνάμεων. Η άνοδος της ενέργειας αυξάνει τον κίνδυνο νέων πληθωριστικών πιέσεων και περιορίζει τα περιθώρια της Fed για χαλάρωση της πολιτικής της.
Η ιστορία δείχνει, λοιπόν, ότι οι συνέπειες μιας πτώσης 1.000 μονάδων μπορεί να διαρκέσουν περισσότερο από μία συνεδρίαση. Η βραχυπρόθεσμη εικόνα συχνά παραμένει αδύναμη, όμως οι αποδόσεις ενός και τριών μηνών υποδηλώνουν ότι οι μεγάλες διορθώσεις δεν αποτελούν απαραίτητα την αρχή μιας παρατεταμένης καθοδικής αγοράς. Μένει να δούμε εάν οι σημερινές πιέσεις θα περιοριστούν σε ένα προσωρινό σοκ ή θα εξελιχθούν σε μια βαθύτερη αλλαγή του οικονομικού και νομισματικού περιβάλλοντος.