Είθισται σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που αφορά την ενέργεια και απορρέει από τον πόλεμο στο Ιράν, η Ευρωπαϊκή Ένωση είτε να επιδεικνύει αργά αντανακλαστικά είτε να προτάσσει τη δημοσιονομική ισορροπία -ωσάν αέναο αφήγημα- για να κρύψει την ατολμία της στη λήψη συλλογικών και ενιαίων αποφάσεων και δράσεων.
Το πρόσφατο Eurogroup μοιάζει να επιβεβαιώνει μια παλιά ευρωπαϊκή συνήθεια: όταν η κρίση γίνεται κοινή, η απάντηση παραμένει εθνική. Η άρνηση ενεργοποίησης μιας «ρήτρας διαφυγής» για την ενέργεια δεν είναι απλώς τεχνική επιλογή, αλλά μια πολιτική δήλωση που συνοδεύεται με το σαφές μήνυμα «όποιος αντέχει, αντέχει».
Θα περίμενε κανείς ότι μετά την εμπειρία της πανδημίας - όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε ένα βήμα προς τη συλλογική απάντηση με κοινό δανεισμό- θα υπήρχε μεγαλύτερη διάθεση για συντονισμό. Αντί γι’ αυτό, στο Eurogroup επανήλθε το γνώριμο μοτίβο: δημοσιονομική πειθαρχία για τους πολλούς, ευελιξία μόνο για τους ισχυρούς.
Η ενεργειακή κρίση όμως δεν είναι «ασύμμετρη» με την παλιά έννοια. Δεν πλήττει απλώς τα πιο αδύναμα κράτη, πλήττει διαφορετικά, αλλά παντού. Κι όμως, αντί για την υιοθέτηση κοινών εργαλείων, αυτό που διαπιστώνει κάποιος στην ευρωπαϊκή οικογένεια είναι ένας κατακερματισμός μεθόδων και τρόπων αντιμετώπισης της κρίσης.
Χώρες με δημοσιονομικό χώρο επιδοτούν γενναία, ενώ άλλες καλούνται να «νοικοκυρευτούν», με συνέπεια ο εσωτερικός ανταγωνισμός και οι διαφορετικές προσεγγίσεις στην επίλυση του προβλήματος, να γιγαντώνονται μέσα στην ίδια την ένωση.
Παρά τις φιλότιμες επικοινωνιακές προσπάθειες της Κομισιόν, αυτή η στάση δεν «περνάει» ως υπεύθυνη, αλλά αντιθέτως στην πράξη, μοιάζει περισσότερο με μια θεσμοποιημένη αμηχανία που κρύβει το εξής καίριο πολιτικό συμπέρασμα: κανείς δεν θέλει να πληρώσει το πολιτικό κόστος μιας πραγματικά κοινής λύσης. Και έτσι, η Ευρώπη επιστρέφει στο γνώριμο δόγμα του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω», απλώς με πιο κομψή ορολογία.
Ίσως τελικά το ερώτημα δεν είναι γιατί συμβαίνει αυτό - αλλά γιατί εξακολουθεί να μας εκπλήσσει, μιας και η Ευρωπαϊκή διέπεται διαχρονικά από αυτά τα χαρακτηριστικά στη λήψη αποφάσεων με κοινό παρανομαστή και ενιαία στρατηγική.
Προς ώρας τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε (κυρίως η Κομισιόν και δευτερευόντως η ΕΚΤ), δεν διαβλέπουν την ανάγκη για την υιοθέτηση προτάσεων άμεσης και συλλογικής δράσης, όπως για παράδειγμα η ρήτρα διαφυγής. Κανένα σχέδιο πρόληψης του «κακού», πριν αυτό χτυπήσει την πόρτα της Ευρώπης, με την μορφή της ραγδαίας αύξησης του πληθωρισμού, της ύφεσης κτλ…
Νώντας Βλάχος