Τη στάση της Κίνας στο ζήτημα της Ταϊβάν επανέφερε με σαφήνεια ο Σι Τζινπίνγκ σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ντόναλντ Τραμπ, την ώρα που ο Αμερικανός πρόεδρος έδωσε έμφαση στις εμπορικές σχέσεις και στις ενεργειακές και αγροτικές συναλλαγές μεταξύ των δύο χωρών, αποφεύγοντας να εντείνει το κλίμα.
Ο Τραμπ χαρακτήρισε τη συνομιλία «μακρά και ουσιαστική», σημειώνοντας ότι συζητήθηκαν μεταξύ άλλων το Ιράν, Ρωσία και Ουκρανία, οι κινεζικές αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς και η επικείμενη επίσκεψή του στην Κίνα τον Απρίλιο.
Η κινεζική πλευρά, ωστόσο, έδωσε διαφορετικό βάρος στο περιεχόμενο της συνομιλίας, υπογραμμίζοντας ότι η Ταϊβάν αποτελεί «το σημαντικότερο ζήτημα» στις διμερείς σχέσεις και καλώντας την Ουάσιγκτον να επιδείξει «σύνεση» στις πωλήσεις όπλων προς το νησί.
Η Κίνα θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της επικράτειάς της, θέση που απορρίπτεται από το δημοκρατικά εκλεγμένο καθεστώς της Ταϊπέι. Τον Δεκέμβριο, οι ΗΠΑ ενέκριναν πωλήσεις οπλικών συστημάτων προς την Ταϊβάν ύψους έως 11,15 δισ. δολαρίων, από τις μεγαλύτερες που έχουν γίνει ποτέ, στο πλαίσιο της ενίσχυσης της αποτρεπτικής της ικανότητας έναντι του Πεκίνου.
Σύμφωνα με τον Ντέιβιντ Μιλ, επικεφαλής για την Κίνα στην Eurasia Group, το Πεκίνο επιχειρεί να υπενθυμίσει στην Ουάσιγκτον «πού βρίσκονται οι κόκκινες γραμμές», αποφεύγοντας ωστόσο κινήσεις που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την προγραμματισμένη επίσκεψη Τραμπ στην Κίνα.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός πρόεδρος φέρεται να επικεντρώθηκε στον εμπορικό χαρακτήρα των σχέσεων, κάνοντας αναφορά στις κινεζικές αγορές αμερικανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, αγροτικών προϊόντων και κινητήρων αεροσκαφών. Όπως δήλωσε, το Πεκίνο συμφώνησε να αυξήσει τις αγορές αμερικανικής σόγιας στους 20 εκατ. τόνους για την τρέχουσα περίοδο και στους 25 εκατ. για την επόμενη.
Ο Νίο Γουάνγκ της Evercore ISI εκτιμά ότι η «συναλλακτική» προσέγγιση του Τραμπ διευκολύνει το Πεκίνο, σε αντίθεση με μια ιδεολογικά φορτισμένη στρατηγική βασισμένη σε συμμαχίες. Ο ίδιος προβλέπει ότι κατά την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο θα μπορούσε να υπογραφεί συμφωνία για την αγορά έως και 500 αεροσκαφών της Boeing, παρουσία των δύο ηγετών.
Μια τέτοια συμφωνία θα μπορούσε να αποτελέσει το «κεντρικό αφήγημα νίκης» για τον Τραμπ και να ανοίξει τον δρόμο για την άρση των εναπομεινάντων δασμών 10% σε κινεζικά προϊόντα που συνδέονται με την υπόθεση της φαιντανύλης, είτε κατά τη διάρκεια είτε λίγο μετά τη συνάντηση του Απριλίου.
Παρά τον αισιόδοξο τόνο του Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε τη σχέση του με τον Σι «εξαιρετικά καλή», ο Κινέζος πρόεδρος εμφανίστηκε πιο συγκρατημένος, σημειώνοντας ότι «οι ΗΠΑ έχουν τις ανησυχίες τους και η Κίνα τις δικές της», αλλά ότι μπορεί να βρεθεί λύση, αν υπάρξει αμοιβαιότητα.
Απουσίες με σημασία
Εντύπωση προκάλεσε το γεγονός ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν αναφέρθηκε στις σπάνιες γαίες, ζήτημα που είχε προκαλέσει εντάσεις πέρυσι, όταν το Πεκίνο αξιοποίησε την κυριαρχία του σε κρίσιμα ορυκτά για να ασκήσει πίεση στην Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με αναλυτές, η απουσία αναφοράς ενδέχεται να υποδηλώνει ότι οι ροές προς τις ΗΠΑ εξελίσσονται ομαλά.
Αντίστοιχα, δεν έγινε μνεία ούτε στη Βενεζουέλα, παρά τις αυξημένες εντάσεις μετά τη σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από τις ΗΠΑ και την κατάληψη της πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας. Αν και ο Τραμπ είχε αρχικά ζητήσει από το Καράκας να διακόψει οικονομικούς δεσμούς με χώρες όπως η Κίνα, αργότερα εμφανίστηκε πιο διαλλακτικός ως προς τις κινεζικές επενδύσεις.
Το Ιράν ως κρίσιμο μέτωπο
Η επικοινωνία Τραμπ-Σι πραγματοποιήθηκε λίγες ώρες μετά τη βιντεοδιάσκεψη του Κινέζου προέδρου με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, κατά την οποία οι δύο ηγέτες επιδίωξαν συντονισμό θέσεων σε ζητήματα όπως το Ιράν, η Βενεζουέλα και η Κούβα.
Το Ιράν αναμένεται να παραμείνει βασικό σημείο τριβής ενόψει των κρίσιμων συνομιλιών Ουάσιγκτον-Τεχεράνης, καθώς και της επίσκεψης Τραμπ στην Κίνα. Η Κίνα αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου, ενώ ο Τραμπ έχει υιοθετήσει μια στρατηγική «καρότου και μαστιγίου» απέναντι στο Πεκίνο, επιδιώκοντας τη συνεργασία του τόσο στο Μέτωπο της Μέσης Ανατολής, όσο και στο ουκρανικό ζήτημα.
Όπως σημειώνουν αναλυτές, το εύρος των θεμάτων που τέθηκαν στη συνομιλία αποτυπώνει την προσπάθεια των ΗΠΑ να συνδυάσουν πιέσεις και κίνητρα, σε μια περίοδο αυξανόμενης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Α.Ν