Άμυνα & Διπλωματία

Οι επιθέσεις με φθηνά drones αλλάζουν την αμυντική βιομηχανία


Η μαζική χρήση φθηνών μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) στα πεδία των μαχών της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής αναγκάζει τους μεγαλύτερους κατασκευαστές οπλικών συστημάτων να αλλάξουν στρατηγική.

Το νέο δόγμα δεν επιβάλλει μόνο πιο αποτελεσματικά αντιαεροπορικά συστήματα, αλλά κυρίως πολύ φθηνότερες λύσεις, καθώς η κατάρριψη ενός UAV αξίας λίγων χιλιάδων δολαρίων με πυραύλους εκατομμυρίων θεωρείται πλέον οικονομικά μη βιώσιμη.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο επιχειρησιακό αλλά και οικονομικό. Ένα εμπορικό drone που έχει τροποποιηθεί για στρατιωτική χρήση μπορεί να κοστίζει από 500 έως 5.000 δολάρια, ενώ ένα μεγαλύτερο επιθετικό UAV ή ένα drone τύπου Shahed εκτιμάται ότι κοστίζει περίπου 20.000 έως 50.000 δολάρια. Για την κατάρριψή τους, όμως, πολλές χώρες αναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν αντιαεροπορικούς πυραύλους με πολλαπλάσιο κόστος.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το αμερικανικό σύστημα Patriot. Οι πύραυλοι PAC-3 MSE που κατασκευάζει η Lockheed Martin κοστίζουν πε 4 έως 6 εκατ. δολάρια ανά πύραυλο, ανάλογα με τη σύμβαση και τη διαμόρφωση. Οι παλαιότεροι PAC-2 GEM-T, που παράγονται από την RTX (Raytheon), υπολογίζεται ότι κοστίζουν 2 έως 4 εκατ. δολάρια ο καθένας. Έτσι, μια αναχαίτιση μπορεί να κοστίσει εκατοντάδες φορές περισσότερο από τον στόχο που καταστρέφεται.

Η διαφορά κόστους είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή σε περιπτώσεις μαζικών επιθέσεων. Ένα σμήνος 100 drones αξίας συνολικά 2 έως 5 εκατ. δολαρίων θα μπορούσε να αναγκάσει μια χώρα να εκτοξεύσει πυραύλους αξίας 400 έως 600 εκατ. δολαρίων, εφόσον χρησιμοποιηθούν PAC-3 για κάθε στόχο. Πρόκειται για μια αναλογία που δεν μπορεί να διατηρηθεί σε έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας.

Η εξέλιξη αυτή οδηγεί τη Lockheed Martin σε σημαντικές επενδύσεις στον τομέα των συστημάτων Counter-UAS. Η εταιρεία αναπτύσσει ολοκληρωμένες λύσεις που συνδυάζουν ραντάρ, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικό πόλεμο και φθηνότερους αναχαιτιστές, ενώ συμμετέχει σε προγράμματα του αμερικανικού στρατού για λέιζερ υψηλής ισχύος, τα οποία μπορούν να αντιμετωπίζουν drones με κόστος ανά βολή που υπολογίζεται σε λίγα δολάρια έως μερικές δεκάδες δολάρια, έναντι εκατομμυρίων για έναν πύραυλο.

Η αλλαγή στην φιλοσοφία των εταιριών οπλικών συστημάτων αποτυπώνεται πλέον και στις ανακοινώσεις των ίδιων των αμυντικών κολοσσών. Στη Διεθνή Έκθεση Αεροδιαστημικής του Farnborough, η Lockheed Martin παρουσίασε τον νέο πύραυλο PAC-3 ACE (Adapted Capability Effector), ο οποίος σχεδιάστηκε ειδικά για να αντιμετωπίζει ένα ευρύ φάσμα εναέριων και πυραυλικών απειλών με κόστος μικρότερο από το μισό ανά μονάδα σε σχέση με τον PAC-3 MSE.

Η διαφορά κόστους είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή σε περιπτώσεις μαζικών επιθέσεων. Ένα σμήνος 100 drones αξίας συνολικά 2 έως 5 εκατ. δολαρίων θα μπορούσε να αναγκάσει μια χώρα να εκτοξεύσει πυραύλους αξίας 400 έως 600 εκατ. δολαρίων, εφόσον χρησιμοποιηθούν PAC-3 για κάθε στόχο. Πρόκειται για μια αναλογία που δεν μπορεί να διατηρηθεί σε έναν πόλεμο μεγάλης διάρκειας.

Με στόχο να ανταποκριθεί στη νέα πραγματικότητα που δημιουργεί η μαζική χρήση φθηνών drones, η Lockheed Martin ανέπτυξε τον νέο αναχαιτιστή PAC-3 ACE (Adapted Capability Effector), ο οποίος βασίζεται στην αποδεδειγμένη τεχνολογία του PAC-3, αλλά θα κοστίζει λιγότερο από το μισό ανά μονάδα σε σχέση με τον PAC-3 MSE. Ο νέος πύραυλος αξιοποιεί το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου πυρός των Patriot, είναι πλήρως συμβατός με το Integrated Battle Command System (IBCS) του αμερικανικού στρατού και μπορεί να περάσει πολύ ταχύτερα στην παραγωγή, καθώς χρησιμοποιεί ήδη πιστοποιημένο λογισμικό και ώριμες τεχνολογίες. Παράλληλα, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι θα συνεργαστεί με αμερικανικές και ευρωπαϊκές αμυντικές βιομηχανίες για την ανάπτυξη και παραγωγή του PAC-3 ACE, ενισχύοντας τόσο τη διαλειτουργικότητα των συμμάχων του ΝΑΤΟ όσο και την ανθεκτικότητα της αμυντικής βιομηχανικής βάσης στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η RTX, η οποία αναπτύσσει το σύστημα Coyote, έναν μικρό αναχαιτιστή σχεδιασμένο ειδικά για την εξουδετέρωση drones. Το κόστος του είναι σημαντικά χαμηλότερο από έναν πύραυλο Patriot, ενώ η εταιρεία επενδύει επίσης σε όπλα κατευθυνόμενης ενέργειας και ηλεκτρονικού πολέμου. Στόχος είναι η δημιουργία πολυεπίπεδης αεράμυνας, όπου οι ακριβοί πύραυλοι θα χρησιμοποιούνται μόνο απέναντι σε βαλλιστικούς πυραύλους, υπερηχητικά όπλα ή μαχητικά αεροσκάφη.

Αντίστοιχες επενδύσεις πραγματοποιούν η Northrop Grumman, η BAE Systems, η Leonardo και η Rheinmetall. Η τελευταία έχει παρουσιάσει συστήματα όπως το Skynex, τα οποία χρησιμοποιούν πυροβόλα των 35 χιλιοστών με προγραμματιζόμενα πυρομαχικά. Το κόστος κάθε αναχαίτισης περιορίζεται σε χιλιάδες δολάρια, αντί για εκατομμύρια, καθιστώντας τα ιδιαίτερα αποτελεσματικά απέναντι σε σμήνη drones.

Η νέα πραγματικότητα αλλάζει και τις προτεραιότητες των κυβερνήσεων. Οι αμυντικοί προϋπολογισμοί δεν κατευθύνονται πλέον αποκλειστικά στην αγορά ακριβών πυραύλων, αλλά και στην ανάπτυξη αισθητήρων, λογισμικού τεχνητής νοημοσύνης, συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου, πυροβόλων ακριβείας, μικρών αναχαιτιστών και όπλων λέιζερ.

 

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα