Τρεις πρώην πρόεδροι της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), καθώς και άλλοι πρώην σύμβουλοι χάραξης της οικονομικής πολιτικής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, καταδίκασαν σήμερα την προκαταρκτική έρευνα σε βάρος του επικεφαλής της, του Τζερόμ Πάουελ, συγκρίνοντάς την με τις παρεμβάσεις στην ανεξαρτησία κεντρικών τραπεζών που παρατηρούνται συχνότερα σε αναδυόμενες οικονομίες με «αδύναμους θεσμούς».
«Η αναφερόμενη ποινική έρευνα σε βάρος του προέδρου της ομοσπονδιακής τράπεζας Τζερόμ Πάουελ είναι μια άνευ προηγουμένου προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν εισαγγελικές επιθέσεις για να υπονομευθεί η ανεξαρτησία» της, υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση που υπογράφουν οι πρώην επικεφαλής του θεσμού, Τζάνετ Γέλεν, Μπεν Μπερνάνκι και Άλαν Γκρίνσπαν. «Με αυτόν τον τρόπο χαράσσεται η νομισματική πολιτική σε αναδυόμενες αγορές με αδύναμους θεσμούς, με πολύ αρνητικές συνέπειες για τον πληθωρισμό και τη λειτουργία των οικονομικών τους γενικότερα. Δεν έχει καμία θέση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η μεγαλύτερη δύναμη των οποίων είναι το κράτος δικαίου, που αποτελεί το θεμέλιο της οικονομικής επιτυχίας μας», πρόσθεσαν.
Παρόμοιες δηλώσεις έχουν κάνει άλλοι 10 πρώην κορυφαίοι οικονομολόγοι, τους οποίους είχαν διορίσει σε διάφορες θέσεις-κλειδιά Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί πρώην πρόεδροι.
Την Κυριακή ο Πάουελ έκανε μια έκτακτη ανακοίνωση, με βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, αναφέροντας ότι το υπουργείο Δικαιοσύνης του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ διεξάγει ποινική έρευνα σχετική με τις δηλώσεις τις οποίες έκανε ο ίδιος το περασμένο καλοκαίρι στο Κογκρέσο και αφορούσαν τη συνεχιζόμενη ανακαίνιση του κτιρίου της Fed στην Ουάσινγκτον.
Η Fed ειδοποιήθηκε από το υπουργείο Δικαιοσύνης ότι μπορεί να απαγγελθούν ποινικές κατηγορίες για την υπόθεση αυτή, πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι η έρευνα εντάσσεται στις πιέσεις που ασκεί ο Τραμπ στον θεσμό για να τον κάνει να μειώσει περισσότερο τα επιτόκιά του, την ώρα που ο πληθωρισμός εξακολουθεί να παραμένει πάνω από το στόχο του 2%.
Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε τη Fed ότι δεν σεβάσθηκε τον προϋπολογισμό που είχε προβλεφθεί για την ανακαίνιση της έδρας της στην Ουάσινγκτον, εκτιμώντας ότι μπορεί να υπάρχουν εκεί υποθέσεις απάτης, και αναφέροντας ένα συνολικό κόστος 3,1 δισεκατομμυρίων δολαρίων, έναντι των 2,7 δισεκατομμυρίων που προβλέπονταν αρχικά, έναν αριθμό που ο Τζερόμ Πάουελ διαψεύδει.