Ελλάδα

ΣτΕ: «Μπλόκο» στην επαναφορά των επιδομάτων εορτών και αδείας στο Δημόσιο


Οριστικό «όχι» από την Ολομέλεια για δώρα και άδεια στους δημοσίους υπαλλήλους.

Οριστικά κλειστό παραμένει το ζήτημα της επαναφοράς των επιδομάτων εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, σύμφωνα με την απόφαση 1201/2026 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Ι. Μιχαλακόπουλος). Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έκρινε ότι η επιλογή του νομοθέτη να μην επαναφέρει τα επιδόματα που είχαν καταργηθεί ολοσχερώς με τον ν. 4093/2012 δεν συνιστά αντισυνταγματική παράλειψη ούτε παραβίαση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η υπόθεση εκδικάστηκε μέσω της διαδικασίας της «πρότυπης δίκης» (άρ. 1 παρ. 1 ν. 3900/2010), με αφορμή αγωγή δημοσίου υπαλλήλου στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών —στην οποία είχε παρέμβει υπέρ του η ΑΔΕΔΥ— ζητώντας την καταβολή δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως για το διάστημα από 1η Ιανουαρίου 2023 έως 31 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ενάγων επικαλέστηκε τη μη μεταφορά ή πλημμελή μεταφορά (με τον ν. 5163/2024) της Οδηγίας 2022/2041 για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην ΕΕ. Το ΣτΕ αποσαφήνισε ότι επίκληση της εν λόγω Οδηγίας μπορούσε να γίνει μόνο για το διάστημα μετά τις 15 Νοεμβρίου 2024, ημερομηνία εκπνοής της προθεσμίας μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο.

Εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης για το εφεξής διάστημα, το ΣτΕ αξιοποίησε την απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 2025 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-19/23. Το ΔΕΕ έκρινε ότι η «επάρκεια του κατωτάτου μισθού» δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια και ότι ο καθορισμός των αποδοχών ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών-μελών, ακυρώνοντας μάλιστα διάταξη της Οδηγίας 2022/2041 που εξαρτούσε τα εθνικά κριτήρια από τέσσερα στοιχεία (αγοραστική δύναμη και κόστος διαβίωσης, γενικό επίπεδο και κατανομή μισθών, ρυθμό αύξησης μισθών, καθώς και μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα).

Ούτε ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. μπορεί να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του ευρωπαϊκού δικαίου όσον αφορά τις αμοιβές ή το δικαίωμα σε επαρκείς και δίκαιους κατώτατους μισθούς.

Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ αποφάνθηκε ότι η Οδηγία δεν παρείχε στους ιδιώτες δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο και απέρριψε την αγωγή ως προς αυτή τη βάση.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας μετά το 2018, τις υποχρεώσεις στο πλαίσιο του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το όριο φτώχειας, καθώς και το μισθολογικό καθεστώς των νόμων 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024. Συνυπολογίζοντας την πρόσθετη ετήσια επιβάρυνση από γενικές και παράπλευρες μισθολογικές ρυθμίσεις, αλλά και το μέγεθος των εθνικά χρηματοδοτούμενων καθαρών πρωτογενών δαπανών, το ΣτΕ έκρινε ότι οι επιλογές του νομοθέτη κινούνται εντός των εγκεκριμένων Μεσοπρόθεσμων Πλαισίων.

Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η μη καταβολή των επιδομάτων δεν θέτει σε κίνδυνο την αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων, δικαιολογώντας τη στάση του νομοθέτη για λόγους δημοσίου συμφέροντος που αφορούν τη δημοσιονομική ευστάθεια.

Η χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής ύψους δύο επιπλέον βασικών μισθών ετησίως προκαλεί μια εξαιρετικά μεγάλη πάγια επιβάρυνση.

Τέλος, το ΣτΕ απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων (άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041) σε σύγκριση με τους εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα. Επικαλούμενο το ειδικό καθεστώς του Συντάγματος και του Υπαλληλικού Κώδικα, θεώρησε προφανές ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, ενώ η διάρθρωση των αμοιβών τους επηρεάζει άμεσα τη δημοσιονομική κατάσταση της Γενικής Κυβέρνησης. Για το ζήτημα της αρχής της ισότητας διατυπώθηκε μειοψηφία έξι μελών, ωστόσο η Ολομέλεια κράτησε, εκδίκασε και απέρριψε οριστικά την αγωγή.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα