Οι ελληνικές εξαγωγές διατηρούν ισχυρή δυναμική χάρη στη μεταποίηση και τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Ομως το 2026 βρίσκονται αντιμέτωποι με αυξημένους γεωπολιτικούς και ενεργειακούς κινδύνους που πιέζουν κόστος, εφοδιαστικές αλυσίδες και διεθνή ζήτηση.
Σε ένα περιβάλλον διεθνούς αστάθειας , οι ελληνικές εξαγωγές καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις επιδόσεις της τελευταίας δεκαετίας και σε νέες προκλήσεις. Σύμφωνα με την Alpha Bank, η άνοδος που έγινε στη μεταποίηση και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας παραμένει εμφανής, ωστόσο η αβεβαιότητα εντείνεται λόγω γεωπολιτικών εξελίξεων και διαταραχών στην ενέργεια.
Η συμβολή των αγαθών στο σύνολο των εξαγωγών αυξήθηκε από 39% το 2009 σε 48% το 2025, με τη βιομηχανία να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Παρά τις εμπορικές εντάσεις, το εμπόριο με τις ΗΠΑ διατηρήθηκε ανθεκτικό. Ωστόσο, το 2026 σηματοδοτεί μια συγκυρία, καθώς οι πιο δύσκολες στη Μέση Ανατολή και οι αναταράξεις στην αγορά πετρελαίου επιβαρύνουν το διεθνές εμπόριο.
Οι πιέσεις μεταδίδονται μέσω τριών βασικών διαύλων: αύξηση κόστους παραγωγής, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και πιθανή υποχώρηση της ζήτησης. Οι εξαγωγές προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής αντιστοιχούν στο 6,4% του συνόλου, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο βασικός προορισμός με μερίδιο άνω του 57%, γεγονός που καθιστά τις ευρωπαϊκές ενεργειακές πιέσεις κρίσιμο παράγοντα.
Το 2025, πριν την όξυνση της κρίσης, οι εξαγωγές ανήλθαν σε 48,7 δις. ευρώ (έναντι 50 δις. το 2024), με τη μικρή πτώση να αποδίδεται στα πετρελαιοειδή. Χωρίς αυτά, οι εξαγωγές κατέγραψαν ιστορικό υψηλό στα 37 δις. ευρώ. Κύριοι εταίροι ήταν χώρες της ΕΕ όπως η Ιταλία και η Γερμανία, ενώ εκτός ΕΕ οι ΗΠΑ παρέμειναν σημαντική αγορά.
Σε επίπεδο κλάδων, το 2025 ξεχώρισαν τρόφιμα, ποτά, χημικά και βιομηχανικά προϊόντα, ενώ τα ορυκτά καύσιμα σημείωσαν σημαντική πτώση. Η μεταποίηση καλύπτει περίπου το 70% των εξαγωγών, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως βασικής πυλώνας. Υψηλή εξαγωγική ένταση εμφανίζουν επίσης κλάδους όπως τα ηλεκτρονικά και τα πετρελαϊκά προϊόντα.
Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας αποτυπώνεται στη σημαντική μείωση του σχετικού κόστους εργασίας την τελευταία δεκαετία, αν και οι πληθωριστικές πιέσεις περιορίζουν μέρος των κερδών. Παράλληλα, οι πρωτοβουλίες της για νέες εμπορικές συμφωνίες ΕΕ έχουν μεγαλύτερη διεύρυνση αγορών.
Στο εσωτερικό, τα μέτρα στήριξης για ενέργεια, παραγωγή και μεταφορές λειτουργούν ως αντίβαρο στις πιέσεις. Ωστόσο, η διατήρηση της εξαγωγικής δυναμικής θα εξαρτηθεί από την ικανότητα αντιμετώπισης των εξωτερικών κινδύνων και την περαιτέρω ενίσχυση της εξωστρέφειας της οικονομίας.