«Η ασφαλιστική αγορά επανειλημμένα έχει αναδείξει δημόσια την ανάγκη άμεσων και ουσιαστικών παρεμβάσεων για τον εξορθολογισμό του κόστους υγείας χωρίς ωστόσο να έχει υπάρξει πρόοδος μέχρι σήμερα. Όταν η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στις ασφαλιστικές εταιρείες, χωρίς να λαμβάνει υπόψη όλους τους παράγοντες που διαμορφώνουν το κόστος της ασφάλισης, είναι αδύνατο να δοθεί ουσιαστική λύση στο πρόβλημα».
Τα παραπάνω επισημαίνονται σε ενημερωτικό δελτίο (Fact Sheet) της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ), στην οποία σημειώνεται επίσης ότι «η ιδιωτική ασφάλιση καλύπτει ανάγκες περίθαλψης εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών σε ιδιωτικές δομές μέσω ασφαλιστηρίων υγείας και συμβάλλει ουσιαστικά στην αποσυμφόρηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, ενώ απορροφά υγειονομική δαπάνη προς όφελος του κρατικού προϋπολογισμού».
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η ΕΑΕΕ, οι ασφαλιστικές εταιρείες καλύπτουν το κόστος των υπηρεσιών υγείας που παρέχονται στους ασφαλισμένους τους από ιδιώτες παρόχους, όπως κλινικές και ιατρούς, μέσω των ασφαλίστρων που εισπράττουν.
Στο ενημερωτικό δελτίο επισημαίνεται ότι η λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων διέπεται από το ευρωπαϊκό εποπτικό πλαίσιο Solvency II, το οποίο επιβάλλει τη διατήρηση επαρκών κεφαλαίων για την κάλυψη των υποχρεώσεών τους προς τους ασφαλισμένους.
Η ΕΑΕΕ υποστηρίζει ότι η αύξηση του κόστους των αποζημιώσεων καθιστά αναγκαίες τις αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων, προκειμένου να διασφαλίζεται η κεφαλαιακή επάρκεια των εταιρειών. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, εάν οι αυξήσεις των ασφαλίστρων περιορίζονταν σταθερά στο 7% ετησίως, οι πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες για τη συμμόρφωση με το Solvency II θα μπορούσαν να υπερβούν τα 5 δισ. ευρώ, ποσό που ξεπερνά τα συνολικά ίδια κεφάλαια που διατηρεί σήμερα η ελληνική ασφαλιστική αγορά.
Παράλληλα, η ΕΑΕΕ επισημαίνει ότι τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σημαντική αύξηση του κόστους των υπηρεσιών υγείας. Ειδικότερα, το 2024 οι αποζημιώσεις των ασφαλιστικών εταιρειών αυξήθηκαν κατά περίπου 150 εκατ. ευρώ σε σχέση με το 2023, σημειώνοντας άνοδο 21%. Η μέση ετήσια αύξηση των συνολικών αποζημιώσεων υγείας κατά την περίοδο 2020-2024 διαμορφώθηκε στο 10,8%, ενώ για την περίοδο 2022-2024 ανήλθε στο 18,9%.
Όπως αναφέρεται στο Fact Sheet, η αύξηση του κόστους της υγειονομικής κάλυψης αποτελεί διεθνές φαινόμενο που συνδέεται με τη γήρανση του πληθυσμού, τις πληθωριστικές πιέσεις και την ενσωμάτωση νέων ιατρικών τεχνολογιών και καινοτόμων θεραπειών. Σύμφωνα με την ΕΑΕΕ, στην Ελλάδα οι πιέσεις εντείνονται λόγω του υψηλού βαθμού συγκέντρωσης στους ιδιωτικούς παρόχους υγείας και της απουσίας ενιαίου και διαφανούς συστήματος τιμολόγησης.
Η ελληνική ασφαλιστική αγορά, σύμφωνα με το ενημερωτικό δελτίο, καταβάλλει ετησίως αποζημιώσεις που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ για υπηρεσίες υγείας, ενώ περίπου το 20% του ποσού αυτού αντιστοιχεί σε φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου.
Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΑΕΕ προτείνει την εφαρμογή διαφανών και διεθνώς αναγνωρισμένων συστημάτων αποζημίωσης νοσηλειών (DRGs) στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, τη διεύρυνση της λειτουργίας Αυτόνομων Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας στις μητροπολιτικές περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης, την επανεξέταση του καθεστώτος ΦΠΑ 24% στις ιδιωτικές υπηρεσίες υγείας, καθώς και την επέκταση της απαλλαγής των ασφαλίστρων υγείας από τον φόρο ασφαλίστρων.
Παράλληλα, εισηγείται την ανάπτυξη συνεργασιών μεταξύ ασφαλιστικών εταιρειών και δημόσιων νοσοκομείων μέσω συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ), υποστηρίζοντας ότι η ιδιωτική ασφάλιση συμβάλλει στην κάλυψη αναγκών περίθαλψης εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών, στην αποσυμφόρηση του ΕΣΥ και στη συγκράτηση της δημόσιας υγειονομικής δαπάνης.