Για ένα διάστημα, το ESG αντιμετωπίστηκε σχεδόν σαν μια νέα γλώσσα εταιρικής επικοινωνίας. Οι εκθέσεις βιωσιμότητας γέμιζαν με υποσχέσεις, στρατηγικές, στόχους μηδενικών εκπομπών και εικόνες από φωτοβολταϊκά πάρκα ή εθελοντικές δράσεις. Όμως η Οδηγία για την Υποβολή Εκθέσεων Εταιρικής Βιωσιμότητας, η γνωστή CSRD, έφερε κάτι διαφορετικό: την απαίτηση τα δεδομένα να είναι πραγματικά, μετρήσιμα και ελέγξιμα.
Και κάπου εδώ για πολλές επιχειρήσεις, άρχισαν τα δύσκολα. Διότι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν ζητά απλώς μια καλύτερη «έκθεση βιωσιμότητας». Ζητά ένα παράλληλο σύστημα εταιρικής πληροφόρησης που να λειτουργεί με ακρίβεια αντίστοιχη των οικονομικών καταστάσεων. Εκπομπές άνθρακα, κατανάλωση ενέργειας, στοιχεία εφοδιαστικής αλυσίδας, εργασιακά δεδομένα, κλιματικοί κίνδυνοι, πολιτικές διακυβέρνησης, όλα πρέπει πλέον να μπορούν να τεκμηριωθούν, να ελεγχθούν και να συνδεθούν με πραγματικές επιχειρηματικές επιπτώσεις.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο σοκ που έφερε η CSRD στην ευρωπαϊκή αγορά: το ESG έπαψε να είναι υπόθεση επικοινωνίας και μετατράπηκε σε υποδομή δεδομένων.
Στην Ελλάδα η μετάβαση αυτή έφερε πολύ μεγαλύτερο προβληματισμό από όσο αναμενόταν αρχικά.
Σύμφωνα με την έρευνα "2026 ESG Reporting Outlook" της Deloitte, το μεγαλύτερο πρόβλημα που δηλώνουν σήμερα οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη δεν είναι η κατανόηση των κανονισμών, αλλά η ποιότητα και η αξιοπιστία των δεδομένων τους. Πάνω από το 60% των στελεχών που συμμετείχαν στην έρευνα, αναφέρουν ότι δυσκολεύονται να συγκεντρώσουν συνεπή ESG δεδομένα από διαφορετικά τμήματα και θυγατρικές.
Για πολλές ελληνικές εταιρείες το πρόβλημα είναι ακόμα πιο μεγάλο. Πολλές επιχειρήσεις διαπίστωσαν ότι δεν διαθέτουν ούτε τα βασικά συστήματα μέτρησης που απαιτούνται για το νέο περιβάλλον. Δεδομένα βρίσκονται διάσπαρτα σε λογιστήρια, διευθύνσεις ανθρώπινου δυναμικού, τεχνικές υπηρεσίες, προμηθευτές, εργοστάσια ή spreadsheets που δεν «μιλούν» μεταξύ τους.
Η εικόνα αυτή είναι ιδιαίτερα έντονη σε κλάδους όπως η βιομηχανία, οι μεταφορές, τα ακίνητα και ο τουρισμός, όπου οι επιχειρήσεις καλούνται να υπολογίσουν ενεργειακά αποτυπώματα και έμμεσες εκπομπές σε ολόκληρη την αλυσίδα δραστηριότητας.
Το ακριβό πρόβλημα των δεδομένων
Πλέον, δεν αρκεί μια εταιρεία να έχει ESG στρατηγική. Πρέπει να μπορεί να αποδείξει αριθμητικά ότι αυτή η στρατηγική υπάρχει. Και αυτό έχει κόστος.
Σύμφωνα με ανάλυση της PwC για την ευρωπαϊκή αγορά το 2026, οι μεγάλες επιχειρήσεις αυξάνουν σημαντικά τις επενδύσεις σε συστήματα ESG reporting, λογισμικό διαχείρισης δεδομένων και εξειδικευμένο προσωπικό συμμόρφωσης.
Σε αρκετές περιπτώσεις, οι εταιρείες δημιουργούν πλέον ολόκληρες εσωτερικές ομάδες ESG data management, οι οποίες λειτουργούν σχεδόν όπως τα οικονομικά τμήματα: με εσωτερικούς ελέγχους, διαδικασίες τεκμηρίωσης και μηχανισμούς επαλήθευσης.
Όμως, η αγορά δεν διαθέτει ακόμη αρκετό εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με την EY, η ζήτηση για επαγγελματίες με εμπειρία σε ESG δεδομένα, κανονιστική συμμόρφωση και βιώσιμη χρηματοδότηση αυξήθηκε σημαντικά μέσα στο 2026, δημιουργώντας ήδη ελλείψεις στην ευρωπαϊκή αγορά εργασίας.
Στην Ελλάδα, πολλές επιχειρήσεις βασίζονται ακόμη σε εξωτερικούς συμβούλους ή λογιστικά γραφεία για να καλύψουν τις νέες απαιτήσεις. Αυτό όμως δημιουργεί ένα άλλο πρόβλημα: το ESG reporting παραμένει συχνά «εξωτερική υπηρεσία», αντί να ενσωματώνεται πραγματικά στον τρόπο λειτουργίας της εταιρείας.
Η πραγματική πρόκληση της CSRD δεν είναι η συγγραφή της έκθεσης. Είναι η εσωτερική αναδιοργάνωση που απαιτείται, ώστε τα δεδομένα να παράγονται συστηματικά και αξιόπιστα.
Η αγορά λογισμικού που δημιούργησε το ESG
Η έκρηξη των υποχρεώσεων ESG δημιούργησε μέσα σε λίγα χρόνια μια ολόκληρη νέα αγορά τεχνολογίας. Πλατφόρμες διαχείρισης εκπομπών, συστήματα συλλογής δεδομένων, λογισμικά υπολογισμού ανθρακικού αποτυπώματος και εργαλεία παρακολούθησης εφοδιαστικής αλυσίδας εξελίσσονται πλέον σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες κατηγορίες εταιρικού λογισμικού διεθνώς.
Σύμφωνα με τη διεθνή εταιρεία ερευνών Gartner, οι δαπάνες για λογισμικό ESG και βιώσιμης διαχείρισης αυξάνονται ταχύτερα από πολλές παραδοσιακές κατηγορίες εταιρικών πληροφοριακών συστημάτων το 2026.
Η ελληνική αγορά ακολουθεί με καθυστέρηση, αλλά η τάση είναι ήδη ορατή. Μεγάλοι όμιλοι επενδύουν σε:
- αυτοματοποίηση ESG reporting,
- ενσωμάτωση ESG δεδομένων στα ERP,
- ενεργειακά dashboards,
- συστήματα παρακολούθησης κατανάλωσης σε πραγματικό χρόνο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η τεχνολογία αλλάζει και τη φιλοσοφία του ίδιου του reporting. Οι επενδυτές και οι τράπεζες δεν αρκούνται πλέον σε στατικές ετήσιες εκθέσεις. Θέλουν δεδομένα που μπορούν να συγκριθούν, να διασταυρωθούν και να αξιολογηθούν σχεδόν σε πραγματικό χρόνο.
Αυτό μετατρέπει σταδιακά το ESG σε ένα νέο πεδίο εταιρικής πληροφορικής.
Από το sustainability στο finance
Η πιο βαθιά αλλαγή που φέρνει η CSRD είναι οργανωτική. Για χρόνια, το ESG βρισκόταν κυρίως στα τμήματα επικοινωνίας ή εταιρικής υπευθυνότητας. Σήμερα μεταφέρεται όλο και περισσότερο στα οικονομικά τμήματα.
Ο λόγος είναι απλός: τα δεδομένα βιωσιμότητας αρχίζουν να αντιμετωπίζονται ως οικονομικά δεδομένα. Οι ελεγκτικές εταιρείες ζητούν διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας. Οι τράπεζες εξετάζουν κλιματικούς κινδύνους στις χρηματοδοτήσεις. Οι επενδυτές θέλουν συγκρίσιμους δείκτες. Οι διοικήσεις καλούνται να αποδείξουν ότι οι στόχοι βιωσιμότητας συνδέονται με πραγματικές επιχειρηματικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με έκθεση της KPMG για το 2026, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις μεταφέρουν την ευθύνη ESG reporting απευθείας στους οικονομικούς διευθυντές και στα τμήματα κανονιστικής συμμόρφωσης.
Αυτή η μετατόπιση είναι ιδιαίτερα αισθητή στις μεγάλες ελληνικές εισηγμένες. Το ESG παύει να είναι ένα ξεχωριστό «project βιωσιμότητας» και μετατρέπεται σε μηχανισμό μέτρησης επιχειρηματικού κινδύνου.
Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη αντίφαση της εποχής. Την ώρα που η Ευρώπη μέσω του πακέτου Omnibus χαλαρώνει μέρος των υποχρεώσεων για μικρότερες επιχειρήσεις, η ίδια η αγορά φαίνεται να απαιτεί όλο και πιο ποιοτικά δεδομένα.
Οι εταιρείες μπορεί να βρίσκονται εκτός υποχρεωτικού πεδίου εφαρμογής της CSRD. Δεν αποφεύγουν όμως την πίεση από επενδυτές, τράπεζες και αλυσίδες προμηθευτών.
Η πραγματική ετοιμότητα δεν κρίνεται από την πιο εντυπωσιακή έκθεση βιωσιμότητας, αλλά από το ποια εταιρεία έχει χτίσει τις εσωτερικές δομές, για να γνωρίζει με ακρίβεια τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στην ίδια της τη λειτουργία.