Με έναν ασυνήθιστο τρόπο αντιμετώπισε ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε τη γνωστή δυσφορία του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους. Κατά τη συνάντησή τους στο Οβάλ Γραφείο διέκοψε τις επικρίσεις του Αμερικανού προέδρου, έστησε διαγράμματα μπροστά του και επιχείρησε να αποδείξει ότι η Ευρώπη αυξάνει πλέον τις αμυντικές της δαπάνες, με τρόπο που δικαιώνει τη διαχρονική πίεση που ασκούσε ο ίδιος ο Τραμπ.
Ο πρώην πρωθυπουργός της Ολλανδίας είχε προετοιμαστεί σχολαστικά για τη συνάντηση, γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να διαχειριστεί ακόμη μία έκρηξη δυσαρέσκειας του Αμερικανού προέδρου απέναντι στους συμμάχους του ΝΑΤΟ.
Ο Ρούτε παρουσίασε μια σειρά από διαγράμματα, τα οποία, όπως είπε, αποδείκνυαν «τι κατάφερε να πετύχει αυτός ο πρόεδρος». Το βασικό γράφημα έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο "Trump Trillion" («Το τρισεκατομμύριο του Τραμπ») και κατέγραφε τη σημαντική αύξηση των αμυντικών δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών και του Καναδά από το 2017 μέχρι σήμερα.
«Αυτό δείχνει τα επιπλέον χρήματα που δαπάνησαν οι Ευρωπαίοι και ο Καναδάς», εξήγησε ο Ρούτε, υπογραμμίζοντας ότι μόνο τα τελευταία δύο χρόνια οι επιπλέον αμυντικές δαπάνες ξεπέρασαν τα 250 δισ. δολάρια.
Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η ρωσική απειλή υπήρξε βασικός λόγος για την αύξηση των εξοπλισμών, ωστόσο απέδωσε σημαντικό μέρος αυτής της αλλαγής και στην πίεση που άσκησε ο Τραμπ κατά την πρώτη και τη δεύτερη προεδρική του θητεία.
«Εσείς κάνατε τη διαφορά», είπε απευθυνόμενος στον Αμερικανό πρόεδρο, προσθέτοντας ότι οι Ευρωπαίοι πλησιάζουν πλέον τις αμερικανικές αμυντικές δαπάνες σε βαθμό που «δεν είχε επιτευχθεί από την εποχή του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ».
Στόχος να αποφευχθεί νέα κρίση στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Η παρέμβαση του Ρούτε δεν ήταν τυχαία. Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες ο Τραμπ αναμένεται να μεταβεί στην Άγκυρα για τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία ξεκινά στις 7 Ιουλίου.
Αρκετοί Ευρωπαίοι διπλωμάτες θεωρούν ότι ο βασικός στόχος της συνόδου δεν είναι η λήψη ιστορικών αποφάσεων, αλλά η αποφυγή μιας νέας δημόσιας σύγκρουσης του Αμερικανού προέδρου με τους συμμάχους του.
Σημείο έντασης αποτελεί κυρίως η δυσαρέσκεια της Ουάσιγκτον για την απροθυμία αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να στηρίξουν τη στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν, την οποία πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν με επιφυλάξεις, θεωρώντας ότι στερείται επαρκούς νομικής βάσης.
«Απλώς θέλω να είναι πιστοί»
Παρά την προσπάθεια αποκλιμάκωσης, ο Τραμπ επανέλαβε τις γνωστές αιτιάσεις του για την ευρωπαϊκή στάση. Κατηγόρησε αρκετές χώρες ότι επενδύουν πολύ αργά στην άμυνά τους και εμφανίζονται απρόθυμες να στηρίξουν αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Όταν ρωτήθηκε τι ζητά τελικά από τους συμμάχους των ΗΠΑ στην Ευρώπη, η απάντησή του ήταν λακωνική: «Απλώς θέλω να είναι πιστοί».
Νωρίτερα είχε κατονομάσει την Ιταλία, τη Βρετανία και την Ισπανία ως χώρες που, κατά την άποψή του, δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στις υποχρεώσεις τους.
Ο Ρούτε, πάντως, δεν άφησε όλες τις αιχμές αναπάντητες. Διέκοψε τον Τραμπ σε μία από τις επικρίσεις του, δηλώνοντας ότι διαφωνεί «εν μέρει» και επισημαίνοντας πως, παρά ορισμένες απογοητευτικές εξαιρέσεις, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι σύμμαχοι έχουν σταθεί στο πλευρό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η στρατηγική του Ρούτε και οι επικρίσεις
Η προσέγγιση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ απέναντι στον Τραμπ έχει προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και μεταξύ κρατών-μελών της Συμμαχίας, καθώς αρκετοί θεωρούν ότι επιδεικνύει υπερβολική διαλλακτικότητα.
Ο ίδιος, ωστόσο, θεωρεί πως η επιτυχία της θητείας του θα κριθεί κυρίως από το αν θα διατηρήσει τις ΗΠΑ στον πυρήνα της Συμμαχίας και θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων ότι η Ουάσιγκτον θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης εναντίον κράτους-μέλους.
Παρά ταύτα, ο Τραμπ εξακολουθεί να αποφεύγει οποιαδήποτε σαφή επαναβεβαίωση του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ, δηλαδή της αρχής της συλλογικής άμυνας, όπως είχε πράξει και κατά την πρώτη προεδρική του θητεία.
Η πρόσκληση του Ερντογάν και τα F-35
Ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε ακόμη ότι αποφάσισε να παραστεί στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ κυρίως ύστερα από προσωπική πρόσκληση του προέδρου της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
«Δεν θα πήγαινα για τους περισσότερους ανθρώπους, αλλά εκείνος με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι οι ΗΠΑ πρέπει να είναι εκεί», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, άφησε να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον ενδέχεται να επιτρέψει εκ νέου στην Τουρκία να αποκτήσει μαχητικά αεροσκάφη F-35, αίροντας την απαγόρευση που ισχύει από το 2019.
Η Τουρκία είχε αποκλειστεί από το πρόγραμμα των F-35 κατά την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ, μετά την αγορά του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400, καθώς οι αμερικανικές αρχές εκτιμούσαν ότι υπήρχε κίνδυνος διαρροής ευαίσθητων τεχνολογικών δεδομένων προς τη Ρωσία.
Οι νέες δηλώσεις του Τραμπ δείχνουν ότι το συγκεκριμένο ζήτημα ενδέχεται να επανεξεταστεί το προσεχές διάστημα, χωρίς ωστόσο να έχει ανακοινωθεί επίσημη αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής.