Σε έρευνα με επίκεντρο τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα το 2000 η Δημοκρατική βουλευτής Ιλχάν Όμαρ προχώρησαν οι αμερικανικές αρχές, πραγματοποιώντας έρευνα στην κατοικία της στην Ουάσινγκτον και κατάσχοντας το προσωπικό κινητό της τηλέφωνο.
Η υπόθεση, που αφορά έγγραφα τα οποία είχαν κατατεθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πολιτογράφησής της, αποκτά έντονη πολιτική διάσταση, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα επιτεθεί στη βουλευτή και έχει δηλώσει ανοιχτά ότι επιθυμεί να της αφαιρεθεί η αμερικανική υπηκοότητα.
Σύμφωνα με τρεις πηγές που επικαλείται το Reuters και έχουν γνώση της υπόθεσης, η έρευνα επικεντρώνεται στο κατά πόσο η Όμαρ ή συγγενικά της πρόσωπα έδωσαν ψευδή στοιχεία είτε κατά την είσοδό τους στις ΗΠΑ ως πρόσφυγες στα μέσα της δεκαετίας του 1990 είτε κατά τη διαδικασία απόκτησης της αμερικανικής υπηκοότητας. Η σομαλικής καταγωγής πολιτικός εκλέγεται στη Μινεσότα από το 2019 και αποτελεί μία από τις πλέον αναγνωρίσιμες προσωπικότητες της προοδευτικής πτέρυγας των Δημοκρατικών.
Μία από τις πηγές ανέφερε στο Reuters ότι πιθανός στόχος της έρευνας είναι να δημιουργηθεί η νομική βάση για την αφαίρεση της υπηκοότητας της Όμαρ και, ενδεχομένως, την απέλασή της. Το ενδεχόμενο αυτό έχουν αφήσει ανοιχτό τόσο ο Αμερικανός πρόεδρος όσο και ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας, Μαρκγουέιν Μάλιν.
Η ίδια η βουλευτής αρνείται ότι έχει διαπράξει οποιαδήποτε παρατυπία και χαρακτηρίζει την έρευνα στην κατοικία της πράξη «πολιτικού εκφοβισμού». Από την πλευρά του, εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης αρνήθηκε να σχολιάσει τις συγκεκριμένες ενέργειες, επισημαίνοντας, ωστόσο, ότι η αμερικανική υπηκοότητα «θα πρέπει να αποκτάται νόμιμα και έντιμα» και ότι η κυβέρνηση Τραμπ θα εξετάζει κάθε υπόθεση στην οποία υπάρχουν πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν την αφαίρεσή της.
Κατάσχεση κινητού και περισσότερες από 10 κλητεύσεις
Η έρευνα έχει ήδη λάβει συγκεκριμένες διαστάσεις. Σύμφωνα με δύο πηγές που επικαλείται το Reuters, πράκτορες της Υπηρεσίας Ερευνών Εσωτερικής Ασφάλειας (HSI) κατέσχεσαν το προσωπικό κινητό τηλέφωνο της Όμαρ κατά την έρευνα στην κατοικία της στην Ουάσινγκτον.
Παράλληλα, ομοσπονδιακοί εισαγγελείς εξέδωσαν περισσότερες από 10 κλητεύσεις, μεταξύ των οποίων και μία που αφορούσε συγγενικό πρόσωπο της βουλευτή. Μία αδελφή της Όμαρ, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, προσήλθε αυτοβούλως και μίλησε στους ομοσπονδιακούς πράκτορες.
Η έκταση των ερευνητικών ενεργειών ενισχύει τη σημασία της υπόθεσης, χωρίς ωστόσο να συνιστά από μόνη της απόδειξη ότι η βουλευτής ή συγγενείς της παραβίασαν τη νομοθεσία. Το ζητούμενο για τις αρχές είναι εάν υπάρχουν στοιχεία που να τεκμηριώνουν ότι η υπηκοότητα αποκτήθηκε με παράνομο τρόπο.
Σπάνια διαδικασία η αφαίρεση υπηκοότητας
Πρώην αξιωματούχοι των αμερικανικών υπηρεσιών μετανάστευσης επισημαίνουν ότι οι υποθέσεις αφαίρεσης της αμερικανικής υπηκοότητας είναι εξαιρετικά σπάνιες. Ακόμη πιο ασυνήθιστη θεωρείται η έκδοση ενταλμάτων έρευνας σε τέτοιες περιπτώσεις, καθώς οι αρχές έχουν κατά κανόνα στη διάθεσή τους τα σχετικά έγγραφα πολιτογράφησης.
«Οι περισσότερες υποθέσεις για την αφαίρεση υπηκοότητας που χειριστήκαμε αφορούσαν είτε πολύ σοβαρές διεθνείς παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε πολύ σοβαρά εγκλήματα, όπως ναζιστικά εγκλήματα», δήλωσε ο Κέρι Ντόιλ, πρώην αναπληρωτής νομικός σύμβουλος στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν.
Η αφαίρεση της υπηκοότητας είναι νομικά δυνατή όταν αποδεικνύεται ότι αυτή αποκτήθηκε παράνομα, για παράδειγμα μέσω απόκρυψης ουσιωδών πληροφοριών ή ψευδών δηλώσεων. Απαιτείται, ωστόσο, δικαστική κρίση και δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια μιας έρευνας ή μιας πολιτικής καταγγελίας.
Οι επιθέσεις Τραμπ και το ενδεχόμενο απέλασης
Η Ιλχάν Όμαρ ήταν 12 ετών όταν έφθασε στις ΗΠΑ το 1995, έχοντας εγκαταλείψει τη Σομαλία εξαιτίας του εμφυλίου πολέμου. Η οικογένειά της είχε προηγουμένως περάσει αρκετά χρόνια σε καταυλισμό προσφύγων στην Κένυα. Το 2000 απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα.
Ο Τραμπ έχει επιτεθεί επανειλημμένα στην Όμαρ, στη θρησκεία της και στη σομαλική κοινότητα της Μινεσότα. Τον Ιανουάριο, όταν ρωτήθηκε από τους New York Times εάν θεωρεί ότι πρέπει να της αφαιρεθεί η αμερικανική υπηκοότητα, απάντησε «απολύτως».
Τον Σεπτέμβριο, ο υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Μαρκγουέιν Μάλιν είχε επίσης προαναγγείλει ότι «κάτι θα συμβεί» με την έρευνα για τον τρόπο με τον οποίο η οικογένεια της βουλευτή εισήλθε στις ΗΠΑ, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο απέλασης.
Η υπόθεση, συνεπώς, εξελίσσεται σε ένα από τα πιο ευαίσθητα πολιτικά μέτωπα της κυβέρνησης Τραμπ, καθώς αφορά μια εκλεγμένη βουλευτή και το θεμελιώδες δικαίωμά της στην αμερικανική υπηκοότητα.
Ερωτήματα για πολιτικές παρεμβάσεις πριν από τις εκλογές
Η έρευνα έχει αναζωπυρώσει τις ανησυχίες Δημοκρατικών και επικριτών του προέδρου ότι η κυβέρνηση ενδέχεται να χρησιμοποιεί τις ομοσπονδιακές διωκτικές αρχές εναντίον πολιτικών αντιπάλων. Οι ανησυχίες εντείνονται λόγω της χρονικής συγκυρίας, καθώς απομένουν τρεις εβδομάδες μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις οποίες η Όμαρ διεκδικεί την επανεκλογή της.
Η πολιτική του υπουργείου Δικαιοσύνης απαγορεύει στους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς και πράκτορες να οργανώνουν ενέργειες λίγο πριν από εκλογές όταν αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν το αποτέλεσμα ή να ευνοήσουν συγκεκριμένο υποψήφιο ή κόμμα. Παραδοσιακά, το υπουργείο αποφεύγει τη διεξαγωγή ερευνών που αφορούν υποψηφίους κατά τις τελευταίες περίπου 60 ημέρες πριν από μια εκλογική αναμέτρηση.
Το κατά πόσο η συγκεκριμένη έρευνα συνάδει με αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς η χρονική στιγμή των ενεργειών εγείρει ερωτήματα για τα κίνητρα και τις επιπτώσεις τους.
Αύξηση των υποθέσεων αφαίρεσης υπηκοότητας επί Τραμπ
Η υπόθεση Όμαρ εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια της κυβέρνησης Τραμπ να εντείνει τους ελέγχους για περιπτώσεις στις οποίες η αμερικανική υπηκοότητα ενδέχεται να αποκτήθηκε παράνομα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το Reuters, το υπουργείο Δικαιοσύνης έχει ζητήσει την εξέταση τουλάχιστον 164 υποθέσεων αφαίρεσης υπηκοότητας κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ. Αντίθετα, από το 1999 έως το 2017 εξετάζονταν κατά μέσο όρο μόλις 11 τέτοιες υποθέσεις ετησίως, σύμφωνα με το Immigrant Legal Resource Center.
Η διαφορά καταδεικνύει την κλίμακα της μεταβολής στην πολιτική εφαρμογής των σχετικών διατάξεων. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει εάν κάθε υπόθεση στηρίζεται σε επαρκή αποδεικτικά στοιχεία και ακολουθεί τις προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες.
Για την Όμαρ, η εξέλιξη της έρευνας θα κρίνει εάν οι αρχές θα προχωρήσουν σε επίσημες νομικές ενέργειες ή εάν η υπόθεση θα παραμείνει στο στάδιο της διερεύνησης. Μέχρι στιγμής, οι καταγγελίες δεν ισοδυναμούν με απόδειξη παρανομίας και η βουλευτής αρνείται κάθε παράβαση.