Τον κώδωνα του κινδύνου από το ρευστό γεωπολιτικό περιβάλλον, με επίκεντρο τη σύρραξη στη Μέση Ανατολή, κρούει η Τράπεζα της Ελλάδος στις ελληνικές τράπεζες, υπογραμμίζοντας ότι είναι πιθανό να αυξηθεί το κόστος χρηματοδότησης και να πληγεί η ποιότητα των δανειακών χαρτοφυλακίων, δηλαδή να αυξηθούν εκ νέου τα κόκκινα δάνεια.
Σε αυτό το περιβάλλον αυξημένων κινδύνων και ομαλοποίησης των νομισματικών συνθηκών (μετά τη μείωση επιτοκίων από την ΕΚΤ), η κεντρική τράπεζα καλεί τις ελληνικές τράπεζες να διαφοροποιήσουν περαιτέρω τις πηγές των εσόδων τους.
Ο βασικός στόχος πρέπει να είναι, όπως τονίζεται στην Έκθεση του Διοικητή, να περιοριστεί η εξάρτησή τους από τα καθαρά έσοδα από τόκους.
Προς αυτή την κατεύθυνση, οι τράπεζες προτρέπονται να στραφούν σε δραστηριότητες που ενισχύουν τα μη επιτοκιακά έσοδα, δίνοντας έμφαση σε υπηρεσίες διαχείρισης επενδύσεων, ασφαλιστικά προϊόντα και συναλλακτικές υπηρεσίες.
Επιπλέον, συστήνεται η αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών πόρων, όπως εκείνων του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), για την ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης, ειδικά προς τις επιχειρήσεις.
Ανθεκτική Κερδοφορία: Αύξηση 7% παρά τη μείωση εσόδων από τόκους
Στο μέτωπο των αποτελεσμάτων, το 2025 αποδείχθηκε μια εξαιρετική χρονιά, με την κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών να ενισχύεται σημαντικά. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΤτΕ, οι τράπεζες πέτυχαν αύξηση της κερδοφορίας τους κατά 7%, και μάλιστα παρά τη μείωση των εσόδων από τόκους.
Τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών
Το κενό που άφησε η αποκλιμάκωση των επιτοκίων υπερκαλύφθηκε από την ισχυρή πιστωτική επέκταση, τη σημαντική άνοδο των καθαρών εσόδων από προμήθειες και την περαιτέρω μείωση των προβλέψεων για τον πιστωτικό κίνδυνο. Ως αποτέλεσμα αυτών των παραγόντων, η αποδοτικότητα των ιδίων κεφαλαίων των ελληνικών ιδρυμάτων διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα.
Ποιοτικοί Δείκτες: Σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Όσον αφορά τους ποιοτικούς δείκτες, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταγράφει μια εικόνα πλήρους εξυγίανσης και σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρωζώνη:
Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (ΜΕΑ): Ο δείκτης των «κόκκινων» δανείων (NPLs) υποχώρησε περαιτέρω στο 3,3% το 2025, έναντι 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024. Με αυτή την επίδοση, που είναι η καλύτερη από την εποχή της εισόδου της χώρας στην Ευρωζώνη, οι ελληνικές τράπεζες προσεγγίζουν όλο και περισσότερο τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώνεται στο 2,2%.
Κεφαλαιακή Επάρκεια: Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα. Χάρη στην εσωτερική δημιουργία κεφαλαίου και την έκδοση τίτλων που προσμετρώνται στα εποπτικά κεφάλαια, οι ελληνικές τράπεζες έχουν συγκλίνει κατά μέσο όρο σε μεγάλο βαθμό με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς δείκτες.
Ρευστότητα: Αν και σημειώθηκε ελαφρά μείωση των δεικτών ρευστότητας σε σχέση με το τέλος του 2024, αυτοί παρέμειναν σε επίπεδα πολύ υψηλότερα τόσο από τις υποχρεωτικές εποπτικές απαιτήσεις όσο και από τους αντίστοιχους μέσους όρους των τραπεζών της ευρωζώνης.
Η συνολική ευρωστία επιβεβαιώθηκε άλλωστε και από τα αποτελέσματα της πανευρωπαϊκής άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests) του 2025, όπου τα ελληνικά ιδρύματα απέδειξαν την ανθεκτικότητά τους, διατηρώντας ικανοποιητικά επίπεδα ιδίων κεφαλαίων ακόμη και στο πιο δυσμενές μακροοικονομικό σενάριο.
Οι βασικοί δείκτες των τραπεζών σε Ελλάδα και Ευρωζώνη
Εξαιρετικές επιδόσεις
Σύμφωνα με την Έκθεση της ΤτΕ, ο τραπεζικός τομέας κατέγραψε εξαιρετικές επιδόσεις μέσα στο 2025. Το σημαντικότερο ίσως επίτευγμα είναι η περαιτέρω υποχώρηση του δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) στο 3,3% το 2025, από 3,8% τον Δεκέμβριο του 2024.
Η επίδοση αυτή αποτελεί το χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της χώρας στην ευρωζώνη και φέρνει τις ελληνικές τράπεζες σε τροχιά σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος διαμορφώνεται στο 2,2%.
Παράλληλα, η κερδοφορία των τραπεζών ενισχύθηκε σημαντικά, οδηγούμενη κυρίως από την πιστωτική επέκταση, τη σημαντική άνοδο των καθαρών εσόδων από προμήθειες και τη μείωση των προβλέψεων για πιστωτικό κίνδυνο. Οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας διατηρήθηκαν σε υψηλά επίπεδα, συγκλίνοντας σε μεγάλο βαθμό με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς.
Ως επιστέγασμα αυτής της πορείας, οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης προχώρησαν σε διαδοχικές αναβαθμίσεις των ελληνικών συστημικών τραπεζών, εντάσσοντάς τες πλέον στην επενδυτική κατηγορία.
Είναι ενδεικτικό ότι οι αποδόσεις των ομολόγων υψηλής εξοφλητικής προτεραιότητας των ελληνικών τραπεζών είναι πλέον χαμηλότερες από τον μέσο όρο συγκρίσιμων ευρωπαϊκών τραπεζών με αξιολόγηση ΒΒΒ.
Θετική πιστωτική επέκταση στα νοικοκυριά
Η σημαντικότερη είδηση για την πραγματική οικονομία είναι η επιστροφή της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τα νοικοκυριά σε θετικό πρόσημο. Για πρώτη φορά μετά από 15 χρόνια, καταγράφηκε επέκταση της τραπεζικής χρηματοδότησης σε αυτή την κατηγορία.
Ειδικότερα, τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν με ετήσιο ρυθμό 7% (από 6,3% το 2024). Αξιοσημείωτο είναι ότι τα στεγαστικά δάνεια κατέγραψαν οριακή αύξηση της τάξης του 0,7%, έναντι μείωσης 2,6% το προηγούμενο έτος.
Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιξε η αποκλιμάκωση των επιτοκίων για τα στεγαστικά δάνεια, τα οποία διαμορφώθηκαν στο 3,6% κατά μέσο όρο (μειωμένα κατά περίπου 47 μονάδες βάσης), καθώς και η εκταμίευση δανείων μέσω του προγράμματος «Σπίτι μου ΙΙ».
Όσον αφορά τις επιχειρήσεις, η πιστωτική επέκταση διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα καθ' όλη τη διάρκεια του έτους, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης να διαμορφώνεται στο 11,3%, ελαφρώς επιβραδυνόμενος σε σχέση με το 13,8% του 2024.
Τα επιτόκια των επιχειρηματικών δανείων υποχώρησαν σημαντικά, κατά 139 μονάδες βάσης, φθάνοντας το 4,1% κατά μέσο όρο.
Καταλύτης για τη ρευστότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων αποτέλεσαν τα προγράμματα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας (ΕΑΤ), του Ομίλου ΕΤΕπ και του Ταμείου Ανάκαμψης (RRF), που εξασφάλισαν χαμηλότοκα δάνεια.
Ρεκόρ καταθέσεων στο 85% του ΑΕΠ, χαμηλά τα επιτόκια
Οι τραπεζικές καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα σημείωσαν άλμα, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση 10,4 δισ. ευρώ μέσα στο 2025, η οποία είναι η μεγαλύτερη που έχει σημειωθεί μετά την πανδημία. Το συνολικό υπόλοιπο ανήλθε στα 213 δισ. ευρώ, φθάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2010 και διαμορφούμενο στο 85% ως ποσοστό του ΑΕΠ.
Ωστόσο, το τοπίο των επιτοκίων παραμένει «άνυδρο» για τους καταθέτες. Τα επιτόκια στις καταθέσεις διάρκειας μίας ημέρας, όπου τηρείται το 76% του συνολικού όγκου, παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα και σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα -0,03% για τα νοικοκυριά και το 0,1% για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, τα επιτόκια στις καταθέσεις προθεσμίας υποχώρησαν στο 1,3% για τα νοικοκυριά και στο 1,9% για τις επιχειρήσεις, ακολουθώντας τις μειώσεις των επιτοκίων πολιτικής της ΕΚΤ.
Η ΤτΕ επισημαίνει ότι η παραμονή των επιτοκίων καταθέσεων σε αυτά τα επίπεδα περιορίζει την ελκυστικότητά τους, ωθώντας τους αποταμιευτές σε εναλλακτικές μορφές τοποθέτησης, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια, γεγονός που οδήγησε σε μείωση των καταθέσεων προθεσμίας των νοικοκυριών κατά το 2025.