Η παγκόσμια πτώση των γεννήσεων δεν φαίνεται πλέον να εξηγείται μόνο από το υψηλό κόστος ζωής, την έλλειψη κρατικής στήριξης ή τις αλλαγές στους ρόλους των φύλων. Όλο και περισσότεροι δημογράφοι και κοινωνιολόγοι θεωρούν ότι πίσω από τη διαρκή υποχώρηση της γονιμότητας κρύβεται ένας βαθύτερος και πιο δύσκολα μετρήσιμος παράγοντας: η διάχυτη αίσθηση αβεβαιότητας για το μέλλον.
Παρά τις οικονομικές ανακάμψεις, τις πολιτικές στήριξης οικογενειών και τη μεγαλύτερη ισότητα μεταξύ ανδρών και γυναικών σε πολλές ανεπτυγμένες χώρες, οι γεννήσεις συνεχίζουν να μειώνονται σχεδόν παντού εδώ και δύο δεκαετίες. Το φαινόμενο καταγράφεται στις σκανδιναβικές χώρες, στις ΗΠΑ, στην Ευρώπη και στην Ανατολική Ασία, ακόμη και σε κράτη που επενδύουν σημαντικά ποσά για να ενισχύσουν τις γεννήσεις.
Στις ΗΠΑ, οι γεννήσεις έχουν μειωθεί περίπου κατά 23% από το 2007, ενώ σε χώρες όπως η Ιταλία ο δείκτης γονιμότητας έχει πέσει κάτω από το 1,2 παιδί ανά γυναίκα — πολύ χαμηλότερα από το επίπεδο του 2,1 που θεωρείται απαραίτητο για τη διατήρηση σταθερού πληθυσμού χωρίς μετανάστευση. Στη Νότια Κορέα, μία από τις χώρες με τη χαμηλότερη γονιμότητα στον κόσμο, ο δείκτης βρίσκεται περίπου στο 0,8.
Οι ερευνητές υποστηρίζουν πλέον ότι η οικονομική ανασφάλεια είναι μόνο μέρος της εικόνας. Η ουσιαστική αλλαγή αφορά την αίσθηση ότι το μέλλον έχει γίνει απρόβλεπτο και ασταθές.
Οι νεότερες γενιές ενηλικιώθηκαν μέσα σε αλλεπάλληλες κρίσεις: τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, την πανδημία Covid-19, την κλιματική κρίση, τις γεωπολιτικές συγκρούσεις, την εκτίναξη του κόστους στέγασης και τη ραγδαία εξάπλωση της τεχνητής νοημοσύνης που μεταβάλλει την αγορά εργασίας.
Πολλοί νέοι θεωρούν πλέον ότι πριν αποκτήσουν παιδί πρέπει να έχουν εξασφαλίσει οικονομική σταθερότητα, ιδιόκτητη κατοικία, ασφαλή εργασία και ξεκάθαρη επαγγελματική πορεία — στόχοι που γίνονται όλο και δυσκολότερο να επιτευχθούν. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, η μέση ηλικία αγοράς πρώτης κατοικίας έφτασε τα 40 έτη.
Οι δημογράφοι κάνουν λόγο για τις «σκιές του μέλλοντος», δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο οι φόβοι για το τι έρχεται επηρεάζουν τις αποφάσεις για τεκνοποίηση. Έρευνες δείχνουν ότι εξίσου σημαντικό με τη σημερινή εργασιακή κατάσταση είναι το κατά πόσο κάποιος πιστεύει ότι θα μπορεί να βρει αντίστοιχη εργασία και εισόδημα στο μέλλον, εάν χάσει τη σημερινή του θέση.
Η αίσθηση διαρκούς κρίσης ενισχύεται και από το σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον, όπου οι ειδήσεις για πολέμους, φυσικές καταστροφές, πολιτική αστάθεια ή οικονομικούς κινδύνους μεταδίδονται αδιάκοπα και παγκοσμίως. Ερευνητές σημειώνουν ότι η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από μια «πολυκρίση» — τη συσσώρευση πολλών διαφορετικών κρίσεων ταυτόχρονα — γεγονός που εντείνει το συλλογικό άγχος.
Οι επιπτώσεις είναι εμφανείς σχεδόν σε όλες τις κοινωνικές ομάδες. Αν και οι γεννήσεις μειώνονται παντού, η πτώση είναι συχνά μεγαλύτερη μεταξύ ανθρώπων με χαμηλότερα εισοδήματα και λιγότερη εκπαίδευση, οι οποίοι βιώνουν εντονότερα την επισφάλεια. Παράλληλα, η μείωση του γάμου, η κοινωνική απομόνωση, η λεγόμενη «ύφεση στις σχέσεις» και οι εξαντλητικές απαιτήσεις της σύγχρονης εργασίας λειτουργούν αποτρεπτικά για τη δημιουργία οικογένειας.
Ειδικά στις ανεπτυγμένες οικονομίες, πολλοί εργαζόμενοι βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα σε δύο ακραίες συνθήκες: είτε σε υψηλόβαθμες αλλά εξουθενωτικές δουλειές που απαιτούν συνεχή διαθεσιμότητα, είτε σε χαμηλόμισθες και ασταθείς θέσεις με αβέβαιο ωράριο και περιορισμένες προοπτικές.
Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι οι παραδοσιακές πολιτικές ενίσχυσης των γεννήσεων — όπως φοροαπαλλαγές ή εφάπαξ επιδόματα — δεν αρκούν πλέον για να αντιστρέψουν την τάση. Θεωρούν ότι απαιτούνται πιο ριζοσπαστικές αλλαγές, που να ενισχύουν συνολικά την αίσθηση ασφάλειας και σταθερότητας:
- προσιτή στέγαση,
- ασφαλείς και προβλέψιμες θέσεις εργασίας,
- καλύτερη υγειονομική κάλυψη,
- επαρκείς γονικές άδειες και
- ουσιαστική στήριξη της οικογενειακής ζωής.
Ορισμένες χώρες και επιχειρήσεις επιχειρούν ήδη πιο επιθετικές παρεμβάσεις.
Στη Νότια Κορέα, μεγάλη κατασκευαστική εταιρεία προσέφερε μπόνους περίπου 68.000 δολαρίων για κάθε παιδί που αποκτούν οι εργαζόμενοί της, μαζί με πρόσθετη στήριξη για στέγαση και εκπαίδευση. Η πρωτοβουλία οδήγησε σε σημαντική αύξηση των γεννήσεων εντός της εταιρείας.
Παράλληλα, μελέτες δείχνουν ότι οι θρησκευτικές κοινότητες συνεχίζουν να εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων, καθώς προσφέρουν ένα ισχυρό αίσθημα νοήματος, κοινωνικής συνοχής και ασφάλειας για το μέλλον.
Ωστόσο, οι ερευνητές τονίζουν ότι το βασικό πρόβλημα παραμένει: πολλοί νέοι εξακολουθούν να θέλουν παιδιά, αλλά δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι ζουν σε έναν κόσμο αρκετά σταθερό ώστε να μπορέσουν να τα μεγαλώσουν με ασφάλεια και αισιοδοξία.