Οικονομία

Νέοι δασμοί Τραμπ: Αντιδράσεις για το πρόσχημα της «καταναγκαστικής εργασίας»


Οι ΗΠΑ επιβάλλουν δασμούς σε 60 οικονομίες. Οι περισσότερες απορρίπτουν το σκεπτικό, αλλά επιλέγουν διαπραγμάτευση αντί αντιποίνων

Νέα μέτωπα με τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ ανοίγει η κυβέρνηση Τραμπ, επιβάλλοντας παγκόσμιους δασμούς με αιτιολογία την ανεπαρκή αντιμετώπιση των προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία. Από την Καμπέρα έως τη Μπραζίλια, οι κυβερνήσεις απορρίπτουν το σκεπτικό της Ουάσιγκτον, χωρίς ωστόσο να προχωρούν, τουλάχιστον προς το παρόν, σε αντίποινα.

Το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ ανακοίνωσε την Πέμπτη μέτρα βάσει του Άρθρου 301 του Εμπορικού Νόμου του 1974, επιβάλλοντας δασμούς σε 60 οικονομίες. Η Ουάσιγκτον υποστηρίζει ότι οι χώρες αυτές δεν έχουν θεσπίσει ή δεν εφαρμόζουν επαρκώς απαγορεύσεις στις εισαγωγές προϊόντων που παράγονται με καταναγκαστική εργασία.

Οι νέοι δασμοί ανέρχονται σε 10% για τις χώρες που έχουν ήδη θεσπίσει ή δεσμευθεί να θεσπίσουν απαγορεύσεις εισαγωγών και σε 12,5% για εκείνες που δεν το έχουν πράξει. Το μέτρο καλύπτει τους 60 μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ και το 99,4% των αμερικανικών εισαγωγών.

Η απόφαση αντικαθιστά τον προσωρινό παγκόσμιο δασμό 10% που είχε επιβληθεί βάσει του Άρθρου 122 και λήγει σήμερα, 24 Ιουλίου. Ο προσωρινός αυτός μηχανισμός είχε χρησιμοποιηθεί μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ τον Φεβρουάριο, με την οποία κρίθηκαν παράνομοι οι δασμοί που είχε επιβάλει ο Τραμπ στηριζόμενος σε εξουσίες έκτακτης ανάγκης.

Οι έρευνες για την καταναγκαστική εργασία προσφέρουν στην Ουάσινγκτον μια διαφορετική και δυνητικά πιο σταθερή νομική βάση για την επιβολή ενός γενικού δασμού, μετά την αμφισβήτηση του προηγούμενου καθεστώτος από τα δικαστήρια.

Η Αυστραλία ήταν μεταξύ των χωρών που αντέδρασαν έντονα. Η κυβέρνηση της Καμπέρας χαρακτήρισε τους δασμούς αδικαιολόγητους και ασύμβατους με τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ, υπογραμμίζοντας ότι η χώρα διαθέτει ένα από τα αυστηρότερα συστήματα αντιμετώπισης της καταναγκαστικής εργασίας και της σύγχρονης δουλείας.

Η Βραζιλία χαρακτήρισε τους δασμούς «αυθαίρετους» και «αδικαιολόγητους». Ο πρόεδρος Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα δήλωσε ότι η χώρα παραμένει ανοιχτή στις διαπραγματεύσεις, αλλά θα αναζητήσει άλλες αγορές, εάν περιοριστεί η πρόσβαση των βραζιλιάνικων προϊόντων στις ΗΠΑ.

Ο νέος δασμός προστίθεται σε ξεχωριστό δασμό 25% βάσει του Άρθρου 301, που επιβλήθηκε στα βραζιλιάνικα προϊόντα αυτόν τον μήνα. Έτσι, το συνολικό εμπόδιο για μέρος των εισαγωγών από τη Βραζιλία φτάνει το 37,5%, επίπεδο κοντά στον δασμό 50% που είχε κριθεί παράνομος από τα δικαστήρια την περασμένη χρονιά.

Η Χιλή υποστήριξε ότι το μέτρο δεν συνάδει με τα εργασιακά της πρότυπα, ούτε με τα τεχνικά, πολιτικά και νομικά στοιχεία που κατέθεσε κατά τη διάρκεια της έρευνας. Η κυβέρνηση της χώρας επισήμανε ότι η αμερικανική απόφαση δεν υποστηρίζει πως η Χιλή εξάγει προϊόντα που παράγονται με καταναγκαστική εργασία και προανήγγειλε προσπάθειες για εξαίρεση βασικών εξαγωγικών προϊόντων από τους δασμούς.

Πιο ήπια ήταν η αντίδραση του Καναδά, ο οποίος εντάχθηκε στη χαμηλότερη κατηγορία δασμών, του 10%, με εξαίρεση για τα προϊόντα που συμμορφώνονται με τη συμφωνία USMCA. Η Οτάβα υποστήριξε ότι το μέτρο δεν ήταν απροσδόκητο, ενώ τόνισε ότι μοιράζεται με την Ουάσιγκτον τον στόχο της αντιμετώπισης της καταναγκαστικής εργασίας και θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις.

Η Νέα Ζηλανδία δήλωσε ότι διαφωνεί με τα συμπεράσματα της αμερικανικής έρευνας, αλλά θα συνεχίσει να συζητά το θέμα με την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Οι υφιστάμενες εξαιρέσεις για περίπου 30% των εξαγωγών της προς την αμερικανική αγορά, μεταξύ άλλων για το βοδινό κρέας και τα ακτινίδια, παραμένουν σε ισχύ.

Μέχρι στιγμής, κανένας μεγάλος εμπορικός εταίρος των ΗΠΑ δεν έχει ανακοινώσει αντίμετρα, ειδικά για τους νέους δασμούς που συνδέονται με την καταναγκαστική εργασία.

Στο βάθος, πίεση για κινεζικά προϊόντα

Υπάρχουν, ωστόσο, ερωτηματικά όσο αφορά το πραγματικό περιεχόμενο της αμερικανικής έρευνας. Σύμφωνα με το Peterson Institute for International Economics, η διαδικασία δεν αποτελεί πρωτίστως άσκηση για τα εργασιακά πρότυπα, αλλά μηχανισμό για την εξαγωγή της αμερικανικής απαγόρευσης κινεζικών προϊόντων που συνδέονται με καταναγκαστική εργασία σε άλλες χώρες.

Παράλληλα, οι αναλυτές εκτιμούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να ανασυστήσει, μέσω διαφορετικής νομικής οδού, ένα γενικευμένο καθεστώς δασμών που είχε προηγουμένως καταρρεύσει μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Έτσι, η επίκληση της καταναγκαστικής εργασίας δεν λειτουργεί μόνο ως εμπορικό εργαλείο, αλλά και ως μοχλός πίεσης προς τους εμπορικούς εταίρους των ΗΠΑ να υιοθετήσουν τους περιορισμούς της Ουάσιγκτον απέναντι σε προϊόντα κινεζικής προέλευσης.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις