Στην αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων και κυρίως όσων έχουν ολιγοπωλιακή θέση σε κρίσιμους κλάδους αποδίδεται σχεδόν το 80% του πληθωρισμού στην Ελλάδα, κατά την περίοδο της μεγάλης πληθωριστικής έξαρσης 2021 – 2023, σύμφωνα με μελέτη που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος. Μάλιστα, οι συντάκτες της μελέτης υπολογίζουν ότι για κάθε 1% αύξησης μεριδίου των «μεγάλων», τα κέρδη τους αυξάνονται κατά 0,22%.
Η αποκαλυπτική οικονομική μελέτη (Υπερβολικός πληθωρισμός κόστους στην Ελλάδα: ο ρόλος της αγοραίας ισχύος - Δημήτρης Σιδέρης, Γεωργία Παύλου) αναλύει τον τρόπο με τον οποίο η δεσπόζουσα θέση ορισμένων επιχειρήσεων συνδέεται με τη ραγδαία αύξηση του πληθωρισμού.
Η αύξηση των κερδών ανά μονάδα προϊόντος υπήρξε ο κύριος μοχλός για την εκτόξευση του πληθωρισμού τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ελλάδα την περίοδο μετά την πανδημία (το φαινόμενο ονομάσθηκε «πληθωρισμός απληστίας»).
Ενώ η αρχική αύξηση των τιμών πυροδοτήθηκε από εξωγενείς παράγοντες (όπως το υψηλό κόστος ενέργειας και τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες), οι επιχειρήσεις σε βασικούς κλάδους βρήκαν την ευκαιρία να διευρύνουν τα περιθώρια κέρδους τους, αυξάνοντας τις τιμές πολύ περισσότερο από όσο δικαιολογούσε το αυξημένο κόστος.
Η Ελλάδα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της τάσης:
- Το 2022, ο Εναρμονισμένος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) σημείωσε άλμα στο 9%.
- Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι, κατά την περίοδο της μεγάλης πληθωριστικής έξαρσης (2021-2023), το 77% του μέσου πληθωρισμού (βάσει του αποπληθωριστή ΑΕΠ) τροφοδοτήθηκε αποκλειστικά από την αύξηση των επιχειρηματικών κερδών ανά μονάδα προϊόντος.
- Για παράδειγμα, το 2022 ο αποπληθωριστής της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας (ΑΠΑ) αυξήθηκε κατά 8,0%, με τα εταιρικά κέρδη να ευθύνονται για τις 4,7 ποσοστιαίες μονάδες αυτής της αύξησης.
Η συγκέντρωση της αγοράς σε λίγους
Η ικανότητα των εταιρειών να επιβάλλουν «καπέλο» στις τιμές χωρίς να χάνουν πελάτες οφείλεται στην έλλειψη ισχυρού ανταγωνισμού. Η μελέτη δείχνει ότι σε πέντε νευραλγικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας (ενέργεια, ορυχεία/λατομεία, ακίνητη περιουσία, μεταποίηση και ενημέρωση/επικοινωνία), οι 10 μεγαλύτερες εταιρείες του κάθε κλάδου έλεγχαν πάνω από το 60% της δραστηριότητας το 2023:
Ενέργεια: Ο κλάδος της ενέργειας αναγνωρίζεται ως ο πιο συγκεντρωμένος στην ελληνική οικονομία, με αναφορές σε ολιγοπωλιακές συνθήκες και πρακτικές κατάχρησης δεσπόζουσας θέσης, οι οποίες καταλήγουν σε υψηλότερες τιμές για τους Έλληνες καταναλωτές.
Μεταποίηση: Σε τομείς όπως τα πετρελαιοειδή και τα τρόφιμα, εντοπίζονται δομικά εμπόδια που περιορίζουν τη δυναμική του ανταγωνισμού και ενθαρρύνουν τον σιωπηρό συντονισμό μεταξύ των μεγάλων «παικτών».
Η εμπειρική ανάλυση της μελέτης αποδεικνύει αυτή τη σχέση: μια αύξηση του μεριδίου αγοράς των 10 μεγαλύτερων εταιρειών κατά μόλις 1 ποσοστιαία μονάδα, προκαλεί άμεση αύξηση περίπου 0,22% στα κέρδη ανά μονάδα προϊόντος του εκάστοτε κλάδου.
Οι παρενέργειες στην κοινωνία και την οικονομία
Αυτή η υπερβάλλουσα κερδοφορία των ισχυρών εταιρειών προκαλεί ευρύτερους τριγμούς:
- Κοινωνική ανισότητα: Συντελείται μια τεράστια αναδιανομή εισοδήματος από την εργασία προς το κεφάλαιο, καθώς το μερίδιο του πλούτου που καταλήγει στα κέρδη μεγαλώνει εις βάρος του μεριδίου που καταλήγει στους μισθούς των εργαζομένων.
- Μείωση της κατανάλωσης: Η μεταφορά πλούτου στους κατόχους κεφαλαίου μπορεί να συμπιέσει τη συνολική ζήτηση της οικονομίας, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι τείνουν να καταναλώνουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους σε σχέση με τις επιχειρήσεις.
- Νομισματική αναποτελεσματικότητα: Τα «υπερκέρδη» περιπλέκουν το έργο των κεντρικών τραπεζών, αναγκάζοντάς τις να διατηρούν τα επιτόκια δανεισμού σε υψηλά επίπεδα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα προκειμένου να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό.