Με τον Κιρ Στάρμερ να αρνείται να αποχωρήσει παρά τη ραγδαία φθορά του και την εσωκομματική ανταρσία που διογκώνεται, όλο και περισσότεροι στη Βρετανία βλέπουν άβολες ομοιότητες με την κρίση που οδήγησε τον Τζο Μπάιντεν εκτός της προεδρικής κούρσας στις ΗΠΑ, με διάχυτη την ανησυχία ότι η επιμονή του στην εξουσία μπορεί να ανοίξει τον δρόμο στη λαϊκιστική Δεξιά.
Η σύγκριση ίσως να είναι άβολη για τον Στάρμερ, όμως στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος ακούγεται πλέον όλο και πιο συχνά. Ένας κεντροαριστερός ηγέτης βρίσκεται υπό ασφυκτική πίεση από το ίδιο του το κόμμα, οι στενοί συνεργάτες του υψώνουν τείχος προστασίας γύρω του και ο ίδιος εμφανίζεται πεπεισμένος ότι παραμένει ο μοναδικός κατάλληλος για να οδηγήσει τη χώρα, παρά τη βουτιά της δημοτικότητάς του.
Ο Στάρμερ απάντησε επιθετικά στις εσωκομματικές επικρίσεις, προκαλώντας ανοιχτά όσους αμφισβητούν την ηγεσία του, να κινήσουν επίσημη διαδικασία αποπομπής. «Η χώρα περιμένει από εμάς να κυβερνήσουμε», δήλωσε, επιμένοντας ότι αυτό ακριβώς κάνει.
Η εικόνα θύμισε έντονα την αντίδραση του Μπάιντεν τον Ιούλιο του 2024, όταν -λίγες ημέρες μετά το καταστροφικό debate απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ- δεχόταν καταιγισμό πιέσεων από τους Δημοκρατικούς να αποσυρθεί από την προεκλογική κούρσα. Τότε, εμφανώς εκνευρισμένος, είχε καλέσει όσους αμφισβητούσαν την υποψηφιότητά του να τον αντιμετωπίσουν ανοιχτά στο συνέδριο του κόμματος.
Βεβαίως, οι δύο περιπτώσεις δεν είναι ταυτόσημες. Ο Μπάιντεν ήταν 81 ετών, με εμφανή σημάδια κόπωσης και θεμάτων υγείας, ενώ τελικά αποχώρησε μόλις τέσσερις μήνες πριν από τις εκλογές. Ο Στάρμερ είναι 63 ετών, χωρίς προβλήματα υγείας και θεωρητικά διαθέτει ακόμη τρία χρόνια θητείας. Παρ’ όλα αυτά, το πολιτικό μοτίβο μοιάζει όλο και περισσότερο γνώριμο: άρνηση αποδοχής της φθοράς, υποτίμηση των προειδοποιήσεων και κλείσιμο του κύκλου γύρω από πιστούς συμμάχους.
Ο πρώην υπουργός των Συντηρητικών Ρόρι Στιούαρτ ήταν από τους πιο αιχμηρούς επικριτές. Μιλώντας στο podcast "The Rest Is Politics", περιέγραψε τον Στάρμερ ως έναν ηγέτη «κλεισμένο σε πολιτικό καταφύγιο», οχυρωμένο από ανθρώπους που τον διαβεβαιώνουν ότι όλα θα πάνε καλά και ότι ο ίδιος παραμένει αναντικατάστατος.
Η στιγμή που το κόμμα άρχισε να σπάει
Για τον Μπάιντεν, η μεγάλη καμπή ήρθε μετά το debate με τον Τραμπ, παρά το γεγονός ότι οι ενδιάμεσες εκλογές του 2022 είχαν δώσει στους Δημοκρατικούς καλύτερα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα. Για τον Στάρμερ, το σοκ ήρθε από τις πρόσφατες εκλογές σε τοπικά συμβούλια της Αγγλίας και στα κοινοβούλια της Σκωτίας και της Ουαλίας. Οι βαριές απώλειες των Εργατικών κατέδειξαν πόσο βαθιά αντιδημοφιλής έχει γίνει η κυβέρνησή του, ακόμη και μεταξύ ψηφοφόρων που παραδοσιακά στήριζαν το κόμμα.
Οι πρώτες παραινέσεις προς τους δύο ηγέτες ήταν διακριτικές και ιδιωτικές. Σταδιακά όμως μετατράπηκαν σε δημόσιες εκκλήσεις αποχώρησης.
Στην περίπτωση του Μπάιντεν, η αρχή έγινε με το σκληρό editorial των New York Times, που ζητούσε ευθέως να εγκαταλείψει την κούρσα για το καλό της χώρας. Ακολούθησαν Δημοκρατικοί βουλευτές, ενώ καθοριστική θεωρήθηκε και η δημόσια παρέμβαση του Τζορτζ Κλούνεϊ, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι η παραμονή του Μπάιντεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Στη Βρετανία, η πίεση προς τον Στάρμερ ακολούθησε αντίστοιχη κλιμάκωση. Μέσα σε λίγες ημέρες, δεκάδες βουλευτές των Εργατικών ζήτησαν ανοιχτά αλλαγή ηγεσίας. Το BBC άρχισε να καταγράφει σε πραγματικό χρόνο τον αριθμό των βουλευτών που ζητούσαν την παραίτησή του — από 40 σε πάνω από 80 μέσα σε μία ημέρα. Παράλληλα, τέσσερις υφυπουργοί παραιτήθηκαν, εντείνοντας το κλίμα αποσταθεροποίησης.
Οι πιστοί σύμμαχοι και ο φόβος του Φάρατζ
Παρά τη φθορά, και οι δύο ηγέτες επέλεξαν να στηριχθούν σε έναν στενό πυρήνα απόλυτα πιστών συνεργατών.
Ο Μπάιντεν είχε δίπλα του τον σύμβουλο στρατηγικής Μάικ Ντόνιλον, τον στενό πολιτικό του συνεργάτη Στιβ Ρικέτι και τη σύζυγό του, Τζιλ Μπάιντεν. Στον Λευκό Οίκο συνεργάτες επιτίθεντο σε δημοσιογράφους που αμφισβητούσαν τη φυσική και πνευματική του κατάσταση.
Αντίστοιχα, ο Στάρμερ επιστράτευσε τους πιο στενούς συμμάχους του. Ο υπουργός Οικονομικών Ντάρεν Τζόουνς κάλεσε δημόσια τους διαφωνούντες να σταματήσουν τις δημόσιες επιθέσεις, ενώ κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης έσπευσαν να δηλώσουν πίστη στην ηγεσία του πρωθυπουργού.
Ωστόσο, το ισχυρότερο επιχείρημα και των δύο φαίνεται πως ήταν η ίδια τους η πεποίθηση ότι μόνο εκείνοι μπορούν να οδηγήσουν τη χώρα. Ο Στάρμερ υπενθύμισε ότι είχε ήδη διαψεύσει όσους θεωρούσαν αδύνατη την επιστροφή των Εργατικών στην εξουσία μετά την ήττα του 2019 και δήλωσε βέβαιος ότι θα το ξανακάνει. Ο Μπάιντεν, στην κορύφωση της δικής του κρίσης, είχε δηλώσει, ακόμη πιο ωμά, πως κανείς δεν ήταν πιο κατάλληλος από τον ίδιο για την προεδρία.
Η διαφορά είναι ότι ο Μπάιντεν τελικά υποχώρησε. Για τον Στάρμερ, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό: θα αποχωρήσει μόνος του ή θα εξαναγκαστεί μέσω εσωκομματικής διαδικασίας;
Η όλη συζήτηση εκτυλίσσεται με φόντο έναν φόβο για το μέλλον της βρετανικής Κεντροαριστεράς - και του Ηνωμένου Βασιλείου συνολικά. Ο Στιούαρτ προειδοποίησε, ότι όσο περισσότερο ο Στάρμερ παραμένει γαντζωμένος στην εξουσία, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος να ανοίξει ο δρόμος για τον Νάιτζελ Φάρατζ και το δεξιό λαϊκιστικό Reform UK.
Όπως είπε χαρακτηριστικά, «αυτό ήταν και το πρόβλημα με τον Μπάιντεν: όταν μένεις υπερβολικά πολύ, μπορεί τελικά να φέρεις τον Τραμπ. Και στη Βρετανία, ο κίνδυνος είναι να φέρεις τον Φάρατζ».