Η Ευρώπη θέλει να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στις κρίσιμες ψηφιακές τεχνολογίες, από την τεχνητή νοημοσύνη και τα κέντρα δεδομένων έως τα λογισμικά επικοινωνίας και τους ημιαγωγούς. Ωστόσο, οι ίδιες οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παραδέχονται, ότι η πλήρης απεξάρτηση από τις ΗΠΑ και την Κίνα δεν είναι σήμερα ρεαλιστικός στόχος.
Αντί για μια απόλυτη «ψηφιακή ανεξαρτησία», η διαβούλευση μετατοπίζεται πλέον στο ποιοι τομείς πρέπει να θεωρηθούν στρατηγικοί, ώστε η Ευρώπη να περιορίσει τις εξαρτήσεις που μπορεί να μετατραπούν σε γεωπολιτικό ή οικονομικό μειονέκτημα.
Οι ανησυχίες εντάθηκαν μετά την απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να περιορίσει την πρόσβαση ξένων χρηστών σε ορισμένα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης της Anthropic, μια εξέλιξη που λειτούργησε ως προειδοποίηση, για το πόσο εύκολα μπορεί να διακοπεί η πρόσβαση σε κρίσιμες ψηφιακές υποδομές.
Η Γαλλίδα υπουργός Τεχνητής Νοημοσύνης και Ψηφιακών Υποθέσεων, Αν Λε Ενάφ δήλωσε στους New York Times:
Η απόλυτη αυτονομία στις ψηφιακές υπηρεσίες δεν είναι εφικτή σήμερα. Πρέπει να αποφασίσουμε από ποιες εξαρτήσεις δεν θέλουμε να εξαρτόμαστε.
Από το Zoom έως την τεχνητή νοημοσύνη
Η προσπάθεια έχει ήδη ξεκινήσει σε αρκετές χώρες. Η Γαλλία ανακοίνωσε ότι θα αντικαταστήσει το Zoom και άλλα αμερικανικά λογισμικά τηλεδιασκέψεων με γαλλική πλατφόρμα, ενώ η Γερμανία αναπτύσσει δική της κρατική υποδομή τεχνητής νοημοσύνης, η οποία θα μπορεί να λειτουργεί ανεξάρτητα από αμερικανικά και κινεζικά συστήματα.
Παράλληλα, γαλλικές και γερμανικές εταιρείες συνεργάζονται για την ανάπτυξη ευρωπαϊκών μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης, επιχειρώντας να μειώσουν την εξάρτηση από αμερικανικούς και ασιατικούς κατασκευαστές.
Η Ολλανδία ανακοίνωσε επίσης τη δημιουργία κρατικά ελεγχόμενων data centers, ώστε ευαίσθητα δεδομένα να μην αποθηκεύονται σε υποδομές ξένων εταιρειών. Στο ίδιο πλαίσιο, η Γαλλία αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εργαλεία ανάλυσης δεδομένων της αμερικανικής Palantir στις υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας, επιλέγοντας λύσεις της γαλλικής ChapsVision.
Μεγάλο χρηματοδοτικό κενό
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επιχειρούν να στηρίξουν την εγχώρια τεχνολογική βιομηχανία με σημαντικούς δημόσιους πόρους. Η Γαλλία έχει δεσμεύσει περίπου 5 δισ. ευρώ για την προμήθεια ψηφιακών λύσεων από γαλλικές εταιρείες. Η Γερμανία σχεδιάζει επενδύσεις περίπου 20 δισ. ευρώ τα επόμενα χρόνια σε έξι στρατηγικούς τεχνολογικούς τομείς, μεταξύ των οποίων η τεχνητή νοημοσύνη και η βιοτεχνολογία. Παράλληλα, δημιούργησε ειδικό επενδυτικό ταμείο για την ενίσχυση ευρωπαϊκών start-ups.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη αδυναμία της Ευρώπης δεν είναι η έρευνα, αλλά η χρηματοδότηση των εταιρειών όταν αυτές επιχειρούν να αναπτυχθούν διεθνώς.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η γαλλική Mistral AI, η μοναδική ευρωπαϊκή εταιρεία μεγάλων γλωσσικών μοντέλων. Παρότι αποτιμάται πλέον στα 14 δισ. δολάρια, η ανάπτυξή της θεωρείται περισσότερο εξαίρεση παρά ένδειξη ενός ώριμου ευρωπαϊκού οικοσυστήματος.
Η Ευρώπη αναζητά τα πλεονεκτήματά της
Παρά την υστέρηση απέναντι στις ΗΠΑ και την Κίνα, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η ήπειρος μπορεί να αποκτήσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε επιλεγμένους τομείς.
Η Γερμανία ποντάρει στη μακρά βιομηχανική της παράδοση, επιδιώκοντας να αναπτύξει προηγμένες τεχνολογίες για τη βιομηχανική παραγωγή και τον αυτοματισμό.
Παράλληλα, η συνεργασία του γερμανικού ερευνητικού οργανισμού Fraunhofer με το γαλλικό CEA για την ανάπτυξη νέας γενιάς μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης θεωρείται από τους Ευρωπαίους αξιωματούχους παράδειγμα του πώς η ευρωπαϊκή επιστημονική έρευνα μπορεί να μετατραπεί σε τεχνολογικό πλεονέκτημα.
Η στρατηγική δεν είναι πλέον να ανταγωνιστεί η Ευρώπη τις ΗΠΑ και την Κίνα σε κάθε τεχνολογικό πεδίο, αλλά να καταστεί αναντικατάστατη σε συγκεκριμένους κρίσιμους τομείς.
Από την «ανεξαρτησία» στη στρατηγική αυτονομία
Παρά τη φιλόδοξη ρητορική περί «ψηφιακής κυριαρχίας», η Ευρώπη θα εξακολουθήσει να συνεργάζεται στενά με τη Silicon Valley και τις μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες.
Ο πραγματικός στόχος δεν είναι η πλήρης απομόνωση, αλλά η δημιουργία ευρωπαϊκών εναλλακτικών σε κρίσιμες υποδομές, ώστε η ήπειρος να είναι λιγότερο ευάλωτη σε πολιτικές πιέσεις, διακοπές υπηρεσιών ή παραβιάσεις ευαίσθητων δεδομένων.
Παραμένει, ωστόσο, ο προβληματισμός για το τι σημαίνει τεχνολογική κυριαρχία. Για ορισμένους αφορά κυρίως την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα. Για άλλους, το πραγματικό διακύβευμα είναι οικονομικό: ποιος θα καρπωθεί την αξία που θα δημιουργήσει η επόμενη γενιά ψηφιακών τεχνολογιών.
Η Ευρώπη προσπαθεί πλέον να εξασφαλίσει ότι δεν θα παραμείνει απλώς καταναλωτής της τεχνολογικής επανάστασης, αλλά και ένας από τους βασικούς παραγωγούς της.