Έχουμε εξασφαλίσει όλους τους αναγκαίους εθνικούς και ευρωπαϊκούς χρηματοδοτικούς πόρους στήριξης των επενδύσεων για την επόμενη μέρα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, υπογράμμισε ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, κ. Νίκος Παπαθανάσης τοποθετούμενος, σε ψηφιακή εκδήλωση που διοργάνωσε, σήμερα, το Ελληνογερμανικό Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, για την παρουσίαση της έκτης σε σειρά Έκθεσης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών - ΙΟΒΕ με τίτλο «Η συμβολή των διμερών οικονομικών σχέσεων με τη Γερμανία στην οικονομία της Ελλάδας».
Η εφετινή έκθεση του ΙΟΒΕ επιβεβαίωσε το ισχυρό αποτύπωμα των ελληνογερμανικών επενδυτικών και εμπορικών σχέσεων, αναδεικνύοντας τη Γερμανία ως μία εκ των ισχυρότερων εταίρων της Ελληνικής οικονομίας.
Ο αναπληρωτής ΥΠΕΘΟΟ, κ. Ν. Παπαθανάσης αναφέρθηκε ειδικότερα στο θέμα των επενδύσεων επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί στον μέγιστο δυνατό βαθμό όλα τα εθνικά και κοινοτικά εργαλεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν τις επενδυτικές ροές και στο πλαίσιο αυτό ήδη δρομολογεί την επόμενη μέρα του ΤΑΑ. Φέρνοντας ως παράδειγμα το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης, τόνισε ότι οι πόροι του προβλέπονται για το διάστημα 2026 - 2030 υπερδιπλάσιοι της προηγούμενης περιόδου.
Σε ότι αφορά το ζήτημα της γραφειοκρατίας, ο αναπληρωτής υπουργός σημείωσε ότι έχει περιοριστεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια, ενώ για τις μεταρρυθμίσεις υπογράμμισε χαρακτηριστικά: «Δεν φοβόμαστε να μιλήσουμε για μεταρρυθμίσεις, οι μεταρρυθμίσεις είναι στο DNA της κυβέρνησης».
Σε άλλο σημείο των αναφορών του στάθηκε ιδιαίτερα στις διαχρονικές, σταθερές και δυναμικές, όπως τις χαρακτήρισε, σχέσεις της ελληνικής και της γερμανικής οικονομίας, με τις γερμανικές εταιρείες να συμβάλλουν σταθερά στην ανάπτυξη του ελληνικού ΑΕΠ καθιστώντας τη Γερμανία αξιόπιστο επενδυτικό σύμμαχο της ελληνικής οικονομίας. Οι γερμανικές επενδύσεις δεν μεταφράζονται μόνο σε κεφάλαια, αλλά και σε ποιοτικές θέσεις εργασίας, σε καινοτομία και εξωστρέφεια για την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα, πρόσθεσε ο κ. Νίκος Παπαθανάσης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της φετινής Έκθεσης του ΙΟΒΕ, η Γερμανία διατηρεί και το 2025 τη θέση της ως ένας από τους σημαντικότερους εμπορικούς και επενδυτικούς εταίρους της Ελλάδας, κατέχοντας την πρώτη θέση στις εμπορικές συναλλαγές και τη δεύτερη στις επενδύσεις. Πρόκειται για επιδόσεις που επιβεβαιώνουν τη διαχρονική δυναμική των διμερών οικονομικών και επιχειρηματικών σχέσεων των δύο χωρών.
Παρά το δύσκολο και αβέβαιο διεθνές οικονομικό περιβάλλον, οι ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις συνέχισαν να ενισχύονται.
Η ελληνική οικονομία διατήρησε ρυθμό ανάπτυξης άνω του 2% την περίοδο 2023-2025, ενώ η γερμανική οικονομία επέστρεψε σε οριακά θετικό ρυθμό μεταβολής το 2025, μετά από δύο έτη ύφεσης.
Όπως προκύπτει από τη μελέτη, η Γερμανία παρέμεινε στην πρώτη θέση των εισαγωγών της Ελλάδας και στη δεύτερη θέση των προορισμών για τις ελληνικές εξαγωγές.
Ειδικότερα, οι ελληνικές εξαγωγές προϊόντων προς τη Γερμανία διαμορφώθηκαν στα 3,7 δισεκ. ευρώ το 2025, έναντι 3,4 δισεκ. το 2024, ενώ οι εισαγωγές γερμανικών προϊόντων στην Ελλάδα διατηρήθηκαν σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, φτάνοντας τα 9,1 δισεκ.
Το μερίδιο της Γερμανίας στις συνολικές εισαγωγές της Ελλάδας αυξήθηκε στο 11,3% το 2025, από 10,8% το 2024, ενώ αντίστοιχα το μερίδιο των ελληνικών εξαγωγών προς τη Γερμανία ενισχύθηκε στο 7,7%, από 7,0% το προηγούμενο έτος.
Μερίδιο συναλλαγών προϊόντων Ελλάδας-Γερμανίας στο σύνολο της αξίας συναλλαγών Ελλάδας (Πηγή: Eurostat, International Trade by CPA)
Καθοριστική η συμβολή του τουρισμού
Στις υπηρεσίες, το πλεόνασμα της Ελλάδας στο διμερές εμπόριο με τη Γερμανία ανήλθε στα 2,8 δισεκ. ευρώ το 2025, με τις συνολικές εισπράξεις να διαμορφώνονται στα 5,2 δισεκ. ευρώ και τις πληρωμές στα 2,4 δισεκ. ευρώ
Το μερίδιο των εισπράξεων υπηρεσιών από κατοίκους Γερμανίας στο σύνολο των εισπράξεων υπηρεσιών της Ελλάδας αυξήθηκε στο 10,2%.
Καθοριστική παραμένει η συμβολή του τουρισμού στις οικονομικές σχέσεις των δύο χωρών. Οι τουριστικές εισπράξεις από τη Γερμανία ανήλθαν στα 3,8 δισεκ. ευρώ το 2025, αντιπροσωπεύοντας το 16% των συνολικών τουριστικών εισπράξεων της χώρας και κατατάσσοντας τη Γερμανία στην πρώτη θέση μεταξύ των αγορών προέλευσης επισκεπτών.
Παράλληλα, οι αφίξεις Γερμανών τουριστών στην Ελλάδα έφτασαν τα 6 εκατ. επισκέπτες, με τη μέση δαπάνη ανά ταξίδι να διαμορφώνεται στα 636 ευρώ σημαντικά υψηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών (546 ευρώ).
Μερίδιο Γερμανίας σε εισπράξεις και πληρωμές υπηρεσιών (Πηγή: Τράπεζα της Ελλάδος)
Η εικόνα των επενδύσεων
Ιδιαίτερα σημαντική παραμένει και η παρουσία της Γερμανίας στις άμεσες επενδύσεις στην Ελλάδα.
Το συνολικό απόθεμα άμεσων επενδύσεων γερμανικών συμφερόντων στην ελληνική οικονομία διαμορφώθηκε στα 9,3 δισεκ. ευρώ το 2024, κατατάσσοντας τη Γερμανία στη δεύτερη θέση μεταξύ των χωρών προέλευσης επενδύσεων, μετά το Λουξεμβούργο.
Παράλληλα, οι καθαρές ροές άμεσων επενδύσεων από τη Γερμανία ανήλθαν στα 823 εκατ. το 2025, έναντι 674 εκατ. το 2024, ενώ οι καθαρές επενδύσεις Γερμανών σε ακίνητα στην Ελλάδα έφτασαν τα 142 εκατ. το 2025.
Το στίγμα των επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ
Στην Έκθεση του ΙΟΒΕ αναδεικνύεται παράλληλα η σημαντική παρουσία και η συμβολή των επιχειρήσεων-μελών του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (ΕΓΕΒΕ) στην ελληνική οικονομία.
Οι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνται κυρίως στους τομείς της μεταποίησης, του εμπορίου, των τηλεπικοινωνιών, των ασφαλειών και των υπηρεσιών υποστήριξης μεταφορών, δημιουργώντας σημαντική προστιθέμενη αξία και απασχόληση σε ολόκληρη τη χώρα.
Το 2024 ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ διαμορφώθηκε στα 11,8 δισεκ.ευρώ αυξημένος κατά 3,8% σε σχέση με το 2023, ενώ η συνολική απασχόληση ανήλθε σε 26,3 χιλ. εργαζόμενους. Οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου που πραγματοποίησαν οι επιχειρήσεις-μέλη του Επιμελητηρίου έφτασαν τα 805 εκατ. το 2024, ενώ σωρευτικά την περίοδο 2018-2024 ξεπέρασαν τα 5,3 δισεκ.ευρώ.
Βασικά μεγέθη επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ που εντάσσονται στην έρευνα, 2024
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΙΟΒΕ, η συνολική συμβολή των επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ στην ελληνική οικονομία, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τη λειτουργία τους όσο και το επενδυτικό τους πρόγραμμα, ανήλθε στα 8,9 δισεκ. το 2024, ποσό που αντιστοιχεί στο 3,7% του ελληνικού ΑΕΠ.
Η επίδραση αυτή είναι αυξημένη κατά Euro2,7 δισεκ. σε σχέση με το 2019 (έτος πρώτης Έκθεσης του ΙΟΒΕ για το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο).
Σε όρους απασχόλησης, η συνολική συνεισφορά εκτιμάται σε 100,6 χιλ. θέσεις εργασίας το 2024, που αντιστοιχούν στο 2,0% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, ενώ τα δημόσια έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές που συνδέονται άμεσα και έμμεσα με τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ ξεπερνούν τα 2,5 δισεκ.ευρώ.
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τον ισχυρό πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο της ελληνογερμανικής επιχειρηματικής κοινότητας στην ελληνική οικονομία.
Συγκεκριμένα, για κάθε Euro1 προστιθέμενης αξίας που δημιουργείται από τη λειτουργία και τις επενδύσεις των επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ, δημιουργούνται επιπλέον 1,2 ευρώ ΑΕΠ στην υπόλοιπη οικονομία, με τον συνολικό πολλαπλασιαστή να ανέρχεται σε 2,2.
Αντίστοιχα, κάθε θέση εργασίας στις επιχειρήσεις της κοινότητας στηρίζει επιπλέον 2,4 θέσεις εργασίας στην ελληνική οικονομία, με το συνολικό πολλαπλασιαστή απασχόλησης να διαμορφώνεται σε 3,4.
Συμβολή επιχειρήσεων-μελών του ΕΓΕΒΕ στην ελληνική οικονομία, 2023-2024
Τους διαχρονικά στενούς οικονομικούς δεσμούς Ελλάδας και Γερμανίας και τη σημασία τους ιδιαίτερα σε περιόδους αβεβαιότητας στο παγκόσμιο περιβάλλον, υπογράμμισε ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ, Καθηγητής Νίκος Βέττας. Ο κ. Βέττας αναφέρθηκε στις μεγάλες προκλήσεις που διαμορφώνονται για την Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία από τις πιέσεις στο διεθνές εμπόριο αλλά και από τον κίνδυνο μιας ενεργειακής κρίσης. Ειδικότερα, υπάρχει η ανάγκη αλλά και η ευκαιρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση να προχωρήσει σε πολιτικές που θα αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητά της, με ζητούμενο την αύξηση της ευημερίας των πολιτών. Σε ό,τι αφορά τις οικονομικές σχέσεις Ελλάδας και Γερμανίας, σημείωσε ότι παρά το ρευστό οικονομικό περιβάλλον η Γερμανία παρέμεινε ένας από τους μεγαλύτερους εμπορικούς και επενδυτικούς εταίρους της Ελλάδας το 2024 και το 2025, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα των σχέσεων των δύο χωρών, με αυξημένη την επίδραση του γερμανικού επιχειρείν στην ελληνική οικονομία.
Από την πλευρά του ο γενικός διευθυντής και μέλος ΔΣ του Ελληνογερμανικού Επιμελητηρίου, Dr Ilja Nothnagel, υπογράμμισε ως εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι οι δύο εθνικές αγορές δομούν μεθοδικά επί δεκαετίες τις διμερείς εμπορικές και επενδυτικές σχέσεις τους, ενισχύοντάς τες ακόμη και σε αρνητικές διεθνείς συγκυρίες. «Σήμερα που η παγκόσμια οικονομία δοκιμάζεται εκ νέου, οι διακρατικές συμπράξεις προσφέρουν διεξόδους και ευκαιρίες στο επενδυτικό και επιχειρηματικό κοινό. Το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο συνεχίζει να υπηρετεί αυτόν τον στόχο, αφιερώνοντας όλες τις δυνάμεις του σε έναν κοινό σκοπό: Ελλάδα και Γερμανία, Γερμανία και Ελλάδα, μέσα από διμερείς συνέργειες να δρουν προς όφελος των οικονομιών τους», τόνισε ο DrIlja Nothnagel.