Ανθεκτική στις πιέσεις του περιβάλλοντος παρατεταμένα υψηλών επιτοκίων («higher for longer») παραμένει η ελληνική οικονομία.Σύμφωνα με νέα έκθεση της Morningstar DBRS, η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης που επηρεάζονται λιγότερο από το αυξημένο κόστος δανεισμού, παρά τον μεγάλο όγκο του δημόσιου χρέους της.
Όπως επισημαίνει ο οίκος αξιολόγησης, καθοριστικοί παράγοντες για αυτή την εικόνα είναι οι ισχυρές αναπτυξιακές προοπτικές, η διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και η σταθερή αποκλιμάκωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ.
Η μελέτη αναλύει τις επιπτώσεις της επιβάρυνσης του κόστους εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους σε εννέα οικονομίες της Ευρωζώνης (Ελλάδα, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, Βέλγιο, Αυστρία, Ολλανδία). Το κεντρικό συμπέρασμα αναδεικνύει ότι, ενώ η άνοδος των αποδόσεων επιβαρύνει τα δημοσιονομικά, η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία εμφανίζουν τη μεγαλύτερη αντοχή.
Γιατί οι αποδόσεις των ομολόγων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα
Το κόστος χρηματοδότησης των κυβερνήσεων στην Ευρωζώνη έχει καταγράψει σημαντική αύξηση. Μετά το πληθωριστικό σοκ του 2022 και την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής, οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων διαμορφώνονται πλέον σε επίπεδα αντίστοιχα με αυτά των αρχών της δεκαετίας του 2010.
Η DBRS αποδίδει την εμμονή των υψηλών αποδόσεων σε διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά:
-
Αυξημένη προσφορά τίτλων: Τα διευρυμένα δημοσιονομικά ελλείμματα και οι μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης διοχετεύουν στην αγορά αυξημένους όγκους κρατικών ομολόγων.
-
Ανταγωνισμός κεφαλαίων: Η άνοδος των εταιρικών εκδόσεων εντείνει τον ανταγωνισμό για τη διεκδίκηση επενδυτικών κεφαλαίων.
-
Περιορισμένη ζήτηση: Η ποσοτική σύσφιξη (quantitative tightening) των κεντρικών τραπεζών και η μεταβολή της στρατηγικής των θεσμικών επενδυτών (όπως τα συνταξιοδοτικά ταμεία) μειώνουν τη δομική ζήτηση για μακροπρόθεσμους τίτλους.
Αυτό αναγκάζει τα κράτη να προσφεύγουν σε επενδυτές πιο ευαίσθητους στις τιμές, οι οποίοι απαιτούν υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου. Ο οίκος εκτιμά ότι οι συνθήκες αυτές θα διατηρηθούν μεσοπρόθεσμα, διακρατώντας το κόστος δανεισμού σε υψηλά επίπεδα.
Γαλλία και Βέλγιο στη «δίνη» των τόκων – Μείωση για την Ελλάδα
Στο βασικό σενάριο της ανάλυσης, όπου τα επιτόκια διατηρούνται στα επίπεδα του πρώτου επταμήνου του 2026 έως το τέλος της δεκαετίας, η επίπτωση στο κόστος εξυπηρέτησης πέφτει σταδιακά στους προϋπολογισμούς, καθώς ανακυκλώνεται μόνο ένα μέρος του χρέους κάθε χρόνο.
-
Γαλλία & Βέλγιο: Αναμένεται να δεχθούν τις μεγαλύτερες πιέσεις, με τις δαπάνες για τόκους να αυξάνονται κατά 0,9% του ΑΕΠ και 0,6% του ΑΕΠ αντίστοιχα έως το 2030.
-
Γερμανία, Αυστρία & Ολλανδία: Η αύξηση των δαπανών τόκων εκτιμάται στο +0,4% του ΑΕΠ για τη Γερμανία και στο +0,3% για την Αυστρία και την Ολλανδία.
-
Ισπανία & Πορτογαλία: Η επιβάρυνση περιορίζεται στο +0,1% του ΑΕΠ.
-
Ελλάδα: Καταγράφει την καλύτερη επίδοση στο δείγμα, καθώς προβλέπεται μείωση της δαπάνης για τόκους κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ 2025 και 2030, παρά το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων.
Το ελληνικό «ανάχωμα»: Ανάπτυξη, πλεονάσματα και ταχύτερη αποχρέωση
Αν και το ύψος του υφιστάμενου χρέους καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ευπάθεια μιας χώρας κατά την αναχρηματοδότηση, η DBRS υπογραμμίζει ότι δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα. Η περίπτωση της Ελλάδας —όπως και της Ισπανίας και της Πορτογαλίας— αποδεικνύει ότι η οικονομική μεγέθυνση και η δημοσιονομική πειθαρχία μπορούν να εξουδετερώσουν τις επιτοκιακές πιέσεις.
-
Ταχεία μείωση του λόγου χρέους/ΑΕΠ: Η δυναμική ανάπτυξη σε συνδυασμό με τα πρωτογενή πλεονάσματα συρρικνώνουν το συνολικό απόθεμα του χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, περιορίζοντας τον όγκο που πρέπει να αναχρηματοδοτηθεί με τα νέα υψηλότερα επιτόκια.
-
Ευνοϊκό αναπτυξιακό διαφορικό: Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ που επικαλείται η έκθεση, η ονομαστική ανάπτυξη του ΑΕΠ σε Ελλάδα, Ισπανία και Πορτογαλία αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 4,4% ετησίως την περίοδο 2026-2030, έναντι μόλις 3,1% για τις υπόλοιπες έξι χώρες του δείγματος.
-
Σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα: Η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία προβλέπεται να διατηρήσουν πρωτογενή πλεονάσματα καθ' όλη την περίοδο 2026-2030, περιορίζοντας τις ανάγκες νέου δανεισμού, τη στιγμή που οι περισσότερες άλλες χώρες της Ευρωζώνης θα καταγράφουν επίμονα πρωτογενή ελλείμματα.
Όπως καταλήγει η DBRS, τα υψηλά επιτόκια συνιστούν μείζονα κίνδυνο κυρίως για τις χώρες που συνδυάζουν υψηλό χρέος με χαμηλούς αναπτυξιακούς ρυθμούς και δημοσιονομικές αδυναμίες. Αντίθετα, η ενίσχυση της ανάπτυξης και η δημοσιονομική εξυγίανση λειτουργούν ως αποτελεσματική ασπίδα προστασίας.