Μια καθοριστική δικαστική νίκη, την τέταρτη στη σειρά, η οποία θωρακίζει το ελληνικό δημόσιο έναντι διεκδικήσεων από την εποχή της αναδιάρθρωσης του χρέους (PSI), πέτυχε η Ελλάδα στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου όπως μεταδίδει το Reuters.
Η απόφαση απορρίπτει τις αξιώσεις ομάδας θεσμικών επενδυτών σχετικά με τους τίτλους που ήταν συνδεδεμένοι με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (GDP-linked securities), κλείνοντας οριστικά ένα κρίσιμο κεφάλαιο αβεβαιότητας που θα μπορούσε να κοστίσει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ στα κρατικά ταμεία.
Η ρίζα της αντιδικίας εντοπίζεται στο 2012, όταν στο πλαίσιο του «κουρέματος» του ελληνικού χρέους εκδόθηκαν ειδικοί τίτλοι που προέβλεπαν ετήσιες πληρωμές προς τους κατόχους τους, υπό την προϋπόθεση ότι η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας θα υπερέβαινε συγκεκριμένα όρια. Η διαμάχη πυροδοτήθηκε όταν το ελληνικό δημόσιο προχώρησε σε επαναγορά αυτών των τίτλων, μια κίνηση στρατηγικής σημασίας για τη μείωση του μελλοντικού κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Η ομάδα των πιστωτών προσέφυγε στη δικαιοσύνη υποστηρίζοντας ότι οι όροι της επαναγοράς και ο μαθηματικός υπολογισμός των πληρωμών δεν ήταν ορθοί, κατηγορώντας ουσιαστικά την ελληνική πλευρά για μεθοδεύσεις.
Η Ελλάδα είχε ενημερώσει τους επενδυτές ότι επιθυμεί να επαναγοράσει όλα τα εκκρεμή warrants που λήγουν το 2042, σε τιμή επαναγοράς λίγο πάνω από 25 σεντς ανά ευρώ, όπως μεταδίδει το Reuters.
Η χώρα προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο του Λονδίνου ζητώντας να αναγνωριστεί ότι άσκησε έγκυρα το δικαίωμά της να αγοράσει όλους τους τίτλους που συνδέονται με το ΑΕΠ και ότι ο υπολογισμός της τιμής επαναγοράς ήταν νόμιμος και δεσμευτικός.
Μια ομάδα επενδυτών, εκπροσωπούμενη από τη νομική εταιρεία White & Case, αμφισβήτησε τόσο το κατά πόσο η Ελλάδα άσκησε έγκυρα το δικαίωμά της επαναγοράς όσο και τον υπολογισμό της τιμής.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, ο Βρετανός δικαστής έκρινε ότι οι ενέργειες της Ελλάδας κινήθηκαν αυστηρά εντός του νομικού πλαισίου που είχε καθοριστεί κατά την έκδοση των τίτλων. Το δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα των εναγόντων ότι η Ελλάδα ερμήνευσε κατά το δοκούν τα οικονομικά μεγέθη για να αποφύγει τις πληρωμές, τονίζοντας ότι το κράτος άσκησε το νόμιμο κυριαρχικό του δικαίωμα στη διαχείριση του χρέους του. Παράλληλα, οι ισχυρισμοί περί «τεχνητής» συγκράτησης των στοιχείων του ΑΕΠ κρίθηκαν ως ανεπαρκώς στοιχειοθετημένοι για να ανατρέψουν τους συμβατικούς όρους.
Οι επιπτώσεις αυτής της εξέλιξης για την ελληνική οικονομία είναι πολλαπλές και ιδιαίτερα θετικές. Πρωτίστως, αποσοβείται ένας μείζων δημοσιονομικός κίνδυνος, καθώς μια αρνητική ετυμηγορία θα ανάγκαζε τη χώρα σε καταβολή υπέρογκων αποζημιώσεων, επιβαρύνοντας τον προϋπολογισμό σε μια περίοδο δημοσιονομικής σταθερότητας. Επιπλέον, η δικαστική επιβεβαίωση των χειρισμών της Αθήνας ενισχύει την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές ομολόγων, στέλνοντας το μήνυμα ότι η διαχείριση του χρέους πραγματοποιείται με πλήρη διαφάνεια και νομική θωράκιση.
Τέλος, η απόφαση αυτή δημιουργεί ένα ισχυρό δικαστικό προηγούμενο, λειτουργώντας ως ανάχωμα σε μελλοντικές διεκδικήσεις από κερδοσκοπικά κεφάλαια (vulture funds) που ειδικεύονται σε δικαστικές μάχες κατά κρατών. Παρά την απογοήτευση των δανειστών, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η απόφαση αγνοεί την «οικονομική πραγματικότητα», η βρετανική δικαιοσύνη παρέμεινε προσηλωμένη στο γράμμα των συμβάσεων. Η Αθήνα εξέρχεται ενισχυμένη, αποδεικνύοντας ότι η στρατηγική εκκαθάρισης των τοξικών καταλοίπων της κρίσης αποδίδει καρπούς, προστατεύοντας το δημόσιο συμφέρον από πολυετείς δικαστικές περιπέτειες.