Η μετάβαση από το φάσμα του Grexit σε μια εντυπωσιακή "Grecovery" αποτελεί μια από τις πιο αξιοσημείωτες οικονομικές ιστορίες της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, σύμφωνα με νέα ανάλυση οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Ωστόσο, τονίζουν ότι ο δρόμος για την πλήρη σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρωζώνη παραμένει μακρύς και γεμάτος προκλήσεις.
Μετά από μια δεκαετία επώδυνης δημοσιονομικής εξυγίανσης και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που ακολούθησαν την κρίση του 2010, η ελληνική οικονομία επιδεικνύει σήμερα αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα που θέτει το άρθρο οικονομολόγων της ΕΚΤ (με ημερομηνία δημοσίευσης 21 Μαρτίου 2026) είναι διττό: Έχουν επουλωθεί πλήρως οι πληγές στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και μπορεί η Ελλάδα να καλύψει το χάσμα του βιοτικού επιπέδου σε σχέση με τους Ευρωπαίους εταίρους της;
Η αναγέννηση του τραπεζικού τομέα
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει επιστρέψει δυναμικά, αφήνοντας πίσω του τις τεράστιες ζημιές, την εκτόξευση των κόκκινων δανείων (NPLs) και τη φυγή καταθέσεων των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας.
- Εξυγίανση Ισολογισμών: Μέσω του προγράμματος «Ηρακλής» (HAPS), οι τράπεζες τιτλοποίησαν και πούλησαν περίπου 57 δισ. ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων έως το 2025.
- Πρόσβαση σε Πιστώσεις: Η ρευστότητα έχει αποκατασταθεί. Τα δάνεια προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις ανακάμπτουν. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι μέχρι το 2024, η δυσκολία πρόσβασης σε δανεισμό για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις (micro firms) σε σχέση με τις μεγάλες εξαλείφθηκε σχεδόν πλήρως.
- Αναδιάρθρωση: Συγχωνεύσεις (όπως αυτή της Παγκρήτιας με την Attica Bank) συνέβαλαν στη δημιουργία ενός πιο συμπαγούς και κερδοφόρου τραπεζικού τοπίου.
Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»: Το ιδιωτικό χρέος
Παρά την τραπεζική εξυγίανση, το πρόβλημα του χρέους δεν εξαφανίστηκε, απλώς άλλαξε χέρια. Η ΕΚΤ κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τον τεράστιο όγκο κόκκινων δανείων που βρίσκεται πλέον εκτός τραπεζικών ισολογισμών.
- Ογκος Χρέους: Μέχρι τα τέλη του 2024, τα δάνεια που διαχειρίζονται εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τρίτο (33%) του ελληνικού ΑΕΠ.
- Θεσμικά Εμπόδια: Το νέο πλαίσιο αφερεγγυότητας και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί προχωρούν πιο αργά από το αναμενόμενο. Οι καθυστερήσεις στα δικαστήρια και οι ελλιπείς πληροφορίες εμποδίζουν τις γρήγορες αναδιαρθρώσεις.
- Δημοσιονομικός Κίνδυνος: Οι κρατικές εγγυήσεις που δόθηκαν μέσω του «Ηρακλή» αποτελούν μια ενδεχόμενη υποχρέωση (contingent liability) για το Δημόσιο. Αν οι ανακτήσεις αυτών των δανείων δεν πάνε καλά, το δημοσιονομικό κόστος θα μπορούσε να πιέσει ξανά τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους.
Αλλάζοντας παραγωγικό μοντέλο
Η κάλυψη του χάσματος στο βιοτικό επίπεδο παραμένει ο μεγαλύτερος μακροπρόθεσμος στόχος. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας (σε ισοτιμία αγοραστικής δύναμης) αναμένεται να φτάσει λίγο κάτω από το 70% του μέσου όρου της ευρωζώνης μέχρι το 2030 – ποσοστό παρόμοιο με αυτό που είχε η χώρα όταν υιοθέτησε το ευρώ.
Για να σπάσει αυτός ο κύκλος, το μοντέλο ανάπτυξης αλλάζει. Η στεγαστική επένδυση, που μονοπωλούσε το ενδιαφέρον προ κρίσης χωρίς να προσφέρει μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα, έχει υποχωρήσει, δίνοντας τη θέση της σε επιχειρηματικές επενδύσεις, έργα υποδομής (με ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης) και εξαγωγές.
Οι εξαγωγές αντιπροσωπεύουν πλέον πάνω από το 35% του ΑΕΠ, σε σύγκριση με το 21% πριν από την κρίση. Ωστόσο, παραμένουν υπερβολικά συγκεντρωμένες στον τουρισμό, τη ναυτιλία και την ενέργεια, τομείς ιδιαίτερα ευάλωτους σε γεωπολιτικά σοκ.
Ποιότητα θεσμών και δημόσιο χρέος
Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ υπογραμμίζουν ότι η μετάβαση σε μια οικονομία υψηλής τεχνολογίας απαιτεί καλύτερους θεσμούς. Η αποδοτικότητα της κυβέρνησης, η ταχύτητα απονομής δικαιοσύνης και ο έλεγχος της διαφθοράς βρίσκονται ακόμα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αν η Ελλάδα έφτανε τους κορυφαίους της ευρωζώνης στην ποιότητα των θεσμών, οι ιδιωτικές επενδύσεις στην υψηλή τεχνολογία θα μπορούσαν να εκτιναχθούν στο 25% του συνόλου των ιδιωτικών επενδύσεων.
Τέλος, το βάρος του δημόσιου χρέους, αν και μειώνεται σταθερά από το 2021, παραμένει υψηλό. Το χρέος προς τους επίσημους πιστωτές της ΕΕ αναμένεται να βρίσκεται περίπου στο 90% του ΑΕΠ το 2025, υπενθυμίζοντας ότι η κληρονομιά των μνημονίων δεν έχει σβήσει εντελώς.