Η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας είναι μία από τις σοβαρότερες διαρθρωτικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας και αποτελεί τροχοπέδη για την ταχύτερη, αλλά και βιώσιμη ανάπτυξή της.
Η υστέρηση παραγωγικότητας (η αξία που παράγει μια δεδομένη ποσότητα εργασίας) της χώρας μας σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σημαντική. Ειδικότερα, το 2023 (τα πιο πρόσφατα ετήσια στοιχεία) κάθε απασχολούμενος στην Ελλάδα παρήγαγε αξία 29,3 χιλιάδων ευρώ έναντι 64,5 χιλιάδων ευρώ στην ΕΕ-27, δηλαδή βρίσκονταν στο 45% του μέσου ευρωπαϊκού όρου. Αυτή η υστέρηση παραγωγικότητας είναι και ο βασικότερος λόγος του χαμηλότερου κατά κεφαλή εισοδήματος στη χώρα μας.
Οι σημαντικές διαφορές ανά κλάδο
Σε ανάλυσή του το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών (ΕΝΑ) κατέγραψε τις σημαντικές διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ των διαφόρων κλάδων της ελληνικής οικονομίας. Οι κλάδοι έντασης κεφαλαίου (κυρίως μεταποίηση) εμφανίζονται να έχουν την υψηλότερη παραγωγικότητα και οι κλάδοι έντασης εργασίας (υπηρεσίες) την χαμηλότερη.
Συγκεκριμένα, η υψηλότερη παραγωγικότητα καταγράφεται στον κλάδο της μεταποίησης και η χαμηλότερη στον κλάδο της εστίασης και καταλυμάτων που είναι συνδεδεμένος με τον τουρισμό. Για παράδειγμα, η ελληνική παραγωγικότητα είναι στο 71% του μέσου όρου των χωρών της ΕΕ στον κλάδο των μεταφορών και αποθήκευσης, στο 56% στον κλάδο της μεταποίησης, στο 46% στον κλάδο του εμπορίου και στο 43% στον κλάδο της εστίασης και καταλυμάτων.
Από την ανάλυση του ΕΝΑ προκύπτει ότι η υστέρηση της παραγωγικότητας στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρότερη στους κλάδους έντασης κεφαλαίου και μεγαλύτερη στους κλάδους έντασης εργασίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι η παραγωγικότητα στον κλάδο της μεταποίησης είναι 3,8 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη παραγωγικότητα στον κλάδο της εστίασης και καταλυμάτων. Με άλλα λόγια, ένας μέσος εργαζόμενος στη βιομηχανία παράγει σχεδόν τετραπλάσια προστιθέμενη αξία από έναν μέσο εργαζόμενο στον τουρισμό.
Πάντως, αυτή η διαφορά παραγωγικότητας μεταξύ των συγκεκριμένων κλάδων δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις άλλες χώρες της ΕΕ.
Σχετίζεται, μάλιστα, με το κεφαλαιακό απόθεμα που υπάρχει σε κάθε κλάδο (μηχανολογικό εξοπλισμό, υποδομές κ.λπ.). Η παραγωγικότητα κάθε εργαζόμενου εξαρτάται και από την ποσότητα και την ποιότητα (επίπεδο τεχνολογίας) του μηχανολογικού εξοπλισμού που χρησιμοποιεί. Κατά συνέπεια η χαμηλή παραγωγικότητα σε κάποιους κλάδους αντανακλά χαμηλές επενδύσεις τεχνολογίας στους κλάδους αυτούς.
Ανησυχητικά στοιχεία
Με τα συγκεκριμένα στοιχεία το ΕΝΑ σημειώνει ότι: «η συζήτηση περί παραγωγικότητας συνολικά αποκτά νόημα μόνο σε συνδυασμό με την αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος».
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι τα τελευταία στοιχεία δεν είναι ενθαρρυντικά, καθώς κατά την τελευταία πενταετία (2021-25) η αύξηση της απασχόλησης στον κλάδο της μεταποίησης ήταν 7,6% ενώ στον κλάδο της εστίασης και καταλυμάτων ήταν 23,1%, (Eurostat).
«Η ενίσχυση κλάδων έντασης εργασίας και με χαμηλή παραγωγικότητα δεν λειτουργεί προς την σύγκλιση της χώρας μας, σε όρους παραγωγικότητας, με τον μέσο όρο των χωρών της ΕΕ», καταλήγει η έκθεση.
Δ.Κ.