Η νέα εκτίναξη των διεθνών τιμών του πετρελαίου, στον απόηχο της κλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή, ανατρέπει τις εκτιμήσεις που κυριαρχούσαν μέχρι πριν από λίγες εβδομάδες για τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ.
Εκεί που οι περισσότεροι επενδυτές προεξοφλούσαν ότι η Federal Reserve θα διατηρούσε αμετάβλητα τα επιτόκια για μεγάλο χρονικό διάστημα, πλέον αυξάνονται οι εκτιμήσεις ακόμη και για νέα αύξηση του κόστους δανεισμού.
Η άνοδος του Brent πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων το βαρέλι επανέφερε στο προσκήνιο τον μεγαλύτερο φόβο των κεντρικών τραπεζών: την επιστροφή του ενεργειακού πληθωρισμού. Οι τιμές των καυσίμων αποτελούν έναν από τους βασικότερους παράγοντες που επηρεάζουν το συνολικό επίπεδο τιμών, καθώς μετακυλίονται στο κόστος μεταφορών, παραγωγής, ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά στα περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες.
Μέσα σε λίγες ημέρες οι αγορές άλλαξαν θεαματικά στάση. Σύμφωνα με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης των επιτοκίων της CME, η πιθανότητα νέας αύξησης επιτοκίων από τη Fed εκτοξεύθηκε από περίπου 13% στο 38%, ενώ ορισμένες συνεδριάσεις αποτιμώνται πλέον ως «ανοικτές», χωρίς να θεωρείται δεδομένη η διατήρηση των επιτοκίων.
Η ενέργεια ξαναγράφει το σενάριο
Η αμερικανική οικονομία είχε αρχίσει να εμφανίζει ενδείξεις σταδιακής αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, με αποτέλεσμα να ενισχύονται οι προσδοκίες ότι ο κύκλος της αυστηρής νομισματικής πολιτικής πλησιάζει στο τέλος του.
Ωστόσο, η νέα γεωπολιτική κρίση άλλαξε τις ισορροπίες.
Οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, οι ανησυχίες για τις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου και οι φόβοι για περιορισμό της προσφοράς οδήγησαν σε ισχυρό ράλι των τιμών του αργού. Οι αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν οι τιμές παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για αρκετές εβδομάδες, η επίδραση στον πληθωρισμό θα είναι αισθητή ήδη από τα επόμενα στοιχεία για τον δείκτη τιμών καταναλωτή.
Το δύσκολο δίλημμα της Fed
Η αποστολή της Federal Reserve παραμένει η ίδια: σταθερός πληθωρισμός κοντά στο 2% και διατήρηση της απασχόλησης σε υψηλά επίπεδα.
Το πρόβλημα είναι ότι η άνοδος του πετρελαίου δημιουργεί έναν πληθωρισμό που δεν προέρχεται από την αυξημένη κατανάλωση αλλά από την πλευρά της προσφοράς. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των επιτοκίων δεν μπορεί να μειώσει την τιμή του πετρελαίου, μπορεί όμως να περιορίσει τη ζήτηση και να αποτρέψει τη διάχυση των ανατιμήσεων στην υπόλοιπη οικονομία.
Αρκετά μέλη της Fed εμφανίζονται πιο επιθετικά, θεωρώντας ότι μια νέα αύξηση επιτοκίων θα ενίσχυε την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας απέναντι στον πληθωρισμό. Άλλοι αξιωματούχοι προκρίνουν στάση αναμονής ώστε να διαπιστωθεί εάν η ενεργειακή κρίση είναι παροδική ή αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
Οι αγορές ομολόγων στέλνουν μήνυμα
Η μεταβολή των προσδοκιών αποτυπώνεται ήδη στην αγορά κρατικών ομολόγων.
Οι αποδόσεις των αμερικανικών Treasuries έχουν κινηθεί ανοδικά, καθώς οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις ενόψει του κινδύνου πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής. Η άνοδος αυτή μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, επηρεάζοντας στεγαστικά δάνεια, εταιρικό δανεισμό και επενδύσεις.
Παράλληλα, η μεταβλητότητα στις αγορές αυξάνεται, καθώς οι επενδυτές προσπαθούν να εκτιμήσουν πόσο θα διαρκέσει η ενεργειακή κρίση και αν θα επηρεάσει ουσιαστικά τις αποφάσεις της Fed.
Πιέσεις στις μετοχές
Το ενδεχόμενο υψηλότερων επιτοκίων αποτελεί αρνητικό παράγοντα κυρίως για τις μετοχές ανάπτυξης και ιδιαίτερα για τον τεχνολογικό κλάδο.
Οι μεγάλες εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και τεχνολογίας πραγματοποιούν επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων, οι οποίες χρηματοδοτούνται ευκολότερα όταν το χρήμα είναι φθηνό. Εάν το κόστος δανεισμού αυξηθεί περαιτέρω, οι αποτιμήσεις των εταιρειών αυτών ενδέχεται να δεχθούν νέα πίεση, κάτι που ήδη αποτυπώνεται στη συμπεριφορά των επενδυτών.
Οι επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία
Η στάση της Fed δεν αφορά μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μια νέα αύξηση επιτοκίων θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω το δολάριο, να αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους για πολλές αναδυόμενες οικονομίες και να περιορίσει τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές. Ταυτόχρονα, οι υψηλές τιμές της ενέργειας επιβαρύνουν ιδιαίτερα τις χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενα καύσιμα, μεταξύ των οποίων και αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες.
Οι επενδυτές παρακολουθούν πλέον με ιδιαίτερη προσοχή όχι μόνο τα στοιχεία για τον πληθωρισμό και την αγορά εργασίας, αλλά και κάθε εξέλιξη στη Μέση Ανατολή, καθώς η πορεία του πετρελαίου εξελίσσεται στον σημαντικότερο παράγοντα που μπορεί να καθορίσει τις επόμενες αποφάσεις της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας.
Αν η άνοδος των τιμών της ενέργειας αποδειχθεί προσωρινή, η Fed πιθανότατα θα συνεχίσει να τηρεί στάση αναμονής. Αν όμως το πετρέλαιο παραμείνει σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων για μεγάλο χρονικό διάστημα, το ενδεχόμενο νέας αύξησης επιτοκίων θα βρεθεί στο επίκεντρο της διεθνούς οικονομικής ατζέντας, επηρεάζοντας από τις χρηματιστηριακές αγορές μέχρι το κόστος δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών σε ολόκληρο τον κόσμο.