Η αγορά των διατηρητέων ακινήτων παραμένει μια ιδιαίτερη κατηγορία στην ελληνική κτηματαγορά, καθώς συνδυάζει την αρχιτεκτονική και ιστορική αξία με αυξημένες υποχρεώσεις συντήρησης και περιορισμούς αξιοποίησης. Πολλά από τα κτήρια αυτά αντιμετωπίζουν σήμερα προβλήματα φθοράς, ενώ οι ιδιοκτήτες τους ζητούν ένα πιο λειτουργικό πλαίσιο στήριξης από την Πολιτεία.
Τα ζητήματα αυτά βρέθηκαν στο επίκεντρο ημερίδας που διοργάνωσε ο Πανελλήνιος Σύλλογος Ιδιοκτητών Διατηρητέων Κτηρίων και Μνημείων, με αφορμή τη Διεθνή Ημέρα Μνημείων. Όπως επισημάνθηκε από την πρόεδρο του Συλλόγου, Γιώτα Βρεττάκου-Μιχαλοπούλου, περίπου 25.000 κτίρια σε όλη τη χώρα έχουν χαρακτηριστεί διατηρητέα, όμως σημαντικός αριθμός παραμένει εγκαταλελειμμένος ή απαιτεί άμεσες παρεμβάσεις.
Οι ιδιοκτήτες θέτουν ως βασικά αιτήματα την απλοποίηση των διαδικασιών αδειοδότησης, τη μείωση του κόστους διατήρησης μέσω φορολογικών κινήτρων και τη δημιουργία μόνιμων προγραμμάτων ενίσχυσης για εργασίες αποκατάστασης. Παράλληλα, ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στις χρήσεις των ακινήτων, ώστε τα διατηρητέα να μπορούν να επανενταχθούν λειτουργικά στη σύγχρονη οικονομική και κοινωνική ζωή. Όπως τονίστηκε, η κατάσταση δεν βρίσκεται πλέον στο παρά πέντε, αλλά και πέντε. Η φθορά είναι ορατή και σε πολλές περιπτώσεις μη αναστρέψιμη, αν δεν υπάρξουν άμεσα παρεμβάσεις. Οι ιδιοκτήτες διατηρητέων ζητούν, πρώτα απ' όλα, ένα σαφές και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο.
Παράλληλα, η απλοποίηση των διαδικασιών αποτελεί βασικό αίτημα. Σήμερα, για οποιαδήποτε παρέμβαση σε διατηρητέο κτήριο, όπως επισημάνθηκε, απαιτούνται εγκρίσεις από πολλαπλούς φορείς, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις που συχνά ξεπερνούν τα όρια της βιωσιμότητας ενός έργου. Οι ιδιοκτήτες ζητούν σαφείς προθεσμίες και συντονισμό των υπηρεσιών, χωρίς εκπτώσεις στην ποιότητα της αποκατάστασης. Το οικονομικό σκέλος είναι επίσης καθοριστικό. Η συντήρηση και αποκατάσταση ενός διατηρητέου είναι σημαντικά ακριβότερη από ένα συμβατικό ακίνητο, ενώ ταυτόχρονα οι δυνατότητες αξιοποίησης είναι περιορισμένες. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνονται συγκεκριμένα μέτρα: φορολογικές ελαφρύνσεις, κατάργηση ή σημαντική μείωση του ΕΝΦΙΑ για τα διατηρητέα, αξιοποίηση πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα προγράμματα ΕΣΠΑ, αλλά και η δημιουργία ενός μόνιμου προγράμματος ενίσχυσης, όπως το «Διατηρώ».
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ανάγκη επανάχρησης των κτηρίων. Χωρίς λειτουργική ένταξη στη σύγχρονη ζωή, τα διατηρητέα οδηγούνται με μαθηματική ακρίβεια στην εγκατάλειψη. Οι ιδιοκτήτες ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στις επιτρεπόμενες χρήσεις, ώστε τα ακίνητα να μπορούν να αποκτήσουν ξανά οικονομική και κοινωνική αξία, είτε ως κατοικίες, είτε ως επαγγελματικοί ή πολιτιστικοί χώροι. Ένα ακόμη ζήτημα είναι η στάση του Δημοσίου. Όπως επισημάνθηκε, σημαντικός αριθμός διατηρητέων ανήκει σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, οι οποίοι συχνά δεν δίνουν το παράδειγμα αξιοποίησης. Η ενεργοποίηση αυτών των ακινήτων για στέγαση υπηρεσιών, εκπαιδευτικών δομών ή κοινωνικών χρήσεων θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για μια συνολική αλλαγή προσέγγισης.
Το συμπέρασμα που αναδύεται είναι ότι απαιτείται μια συντονισμένη συνεργασία ανάμεσα στην Πολιτεία, την επιστημονική κοινότητα και τους ιδιώτες, με κοινό στόχο τη διατήρηση ενός πολύτιμου κομματιού της ελληνικής ταυτότητας. Όπως ανέφερε η πρόεδρος του Συλλόγου, η αρχιτεκτονική κληρονομιά δεν είναι απλώς ένα σύνολο κτηρίων, αλλά μια ζωντανή συνέχεια της ιστορίας. Και αυτή η συνέχεια δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ουσιαστική στήριξη σε όσους καλούνται να τη διατηρήσουν στην πράξη.