Μετά τους πανηγυρισμούς που συνόδευσαν την υπογραφή συμβολαίων με την Chevron και τη HelleniQ Energy για έρευνα-εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νότια της Κρήτης, έρχεται η ώρα της ψύχραιμης αποτίμησης. Τα στοιχεία για την πραγματική οικονομική αξία αυτής της συμφωνίας δεν δικαιολογούν τον πανηγυρικό χαρακτήρα που δόθηκε, ούτε συνηγορούν σε ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις.
Η συμφωνία είναι δυνητικά σημαντική, αλλά το πραγματικό οικονομικό όφελος για την Ελλάδα είναι αβέβαιο και μακροπρόθεσμο. Αμεσο και μεγαλύτερο θα είναι το “κέρδος” στο πεδίο της γεωπολιτικής και των διεθνών σχέσεων.
Συνολικά, πρόκειται για μια κίνηση με στρατηγική βαρύτητα και σχετικά χαμηλό άμεσο δημοσιονομικό κόστος για το κράτος, αλλά με οικονομικά οφέλη που παραμένουν υπό αίρεση. Η πραγματική αξία για την ελληνική οικονομία θα κριθεί τα επόμενα χρόνια, όταν φανεί αν οι έρευνες οδηγούν πράγματι σε αξιοποιήσιμα κοιτάσματα.
Τα οικονομικά οφέλη θα εξαρτηθούν κυρίως από τα ευρήματα των ερευνών – αν θα εντοπιστούν κοιτάσματα υδρογονανθράκων και τι μεγέθους θα είναι.
Μερίδιο από τα κέρδη - αν δεν τα... κρύψουν
Ομως, ακόμη κι αν εντοπιστούν πλούσια κοιτάσματα, τα έσοδα για το ελληνικό Δημόσιο δεν είναι σίγουρα.
- Διότι η συμφωνία προβλέπει ότι η χώρα μας θα παίρνει μερίδιο επί των κερδών – και όχι επί των πωλήσεων.
Και είναι γνωστό ότι οι πολυεθνικές έχουν άπειρους τρόπους και μεθόδους για να κρύψουν τα κέρδη τους εδώ, να τα εμφανίσουν σε συνδεδεμένες εταιρείες του εξωτερικού και να αποφύγουν την απόδοση “μεριδίου” στο ελληνικό κράτους – αλλά και την καταβολή φόρων.
Το ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε δικαιώματα έρευνας σε τέσσερα θαλάσσια blocks συνολικής έκτασης περίπου 47.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Η Chevron είναι ο κύριος επενδυτής στην κοινοπραξία, με συμμετοχή περίπου 70%, ενώ η HelleniQ Energy κατέχει το υπόλοιπο 30%.
Βρισκόμαστε ακόμη στο αρχικό στάδιο: προηγούνται σεισμικές έρευνες και αξιολόγηση δεδομένων, ενώ πιθανές ερευνητικές γεωτρήσεις τοποθετούνται χρονικά στις αρχές της επόμενης δεκαετίας. Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και στο αισιόδοξο σενάριο, η παραγωγή και τα ουσιαστικά δημόσια έσοδα απέχουν αρκετά χρόνια.
Πραγματικά και δυνητικά έσοδα
Το οικονομικό αντάλλαγμα για την Ελλάδα βασίζεται στο κλασικό μοντέλο παραχώρησης (concession): Το κράτος δεν συμμετέχει άμεσα στα έξοδα ούτε στον επιχειρηματικό κίνδυνο, αλλά εισπράττει μερίδιο μόνο εφόσον υπάρξει παραγωγή.
Συγκεκριμένα, προβλέπονται:
-Εφάπαξ και ετήσια τέλη παραχώρησης.
- Δικαιώματα επί της παραγωγής, τα οποία συνήθως κινούνται σε κλίμακα 5% έως 20%, ανάλογα με τη σύμβαση και τα χαρακτηριστικά του κοιτάσματος.
-Ειδικός φόρος εισοδήματος υδρογονανθράκων γύρω στο 20%, καθώς και περιφερειακό τέλος περίπου 5%, οδηγώντας τη συνολική φορολογική επιβάρυνση κοντά στο 25% επί των καθαρών κερδών.
Τα μισθώματα παραχώρησης είναι τα μόνα σίγουρα χρήματα στο αρχικό στάδιο, πριν προχωρήσουν οι εξορύξεις.
Το κρίσιμο σημείο είναι ότι το μέγεθος του οικονομικού οφέλους εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από το αν θα ανακαλυφθεί εμπορικά εκμεταλλεύσιμο κοίτασμα. Διεθνώς, ένα σημαντικό ποσοστό ερευνητικών προσπαθειών δεν οδηγεί σε παραγωγή. Σ΄αυτό το δυσμενές σενάριο η Ελλάδα θα έχει αποκομίσει κυρίως τις επενδύσεις της ερευνητικής φάσης και περιορισμένα μισθώματα.
Αν βρεθεί μικρό ή μεσαίο κοίτασμα φυσικού αερίου, το Δημόσιο θα αρχίσει να εισπράττει royalties και φόρους, με θετική αλλά όχι καθοριστική επίδραση στην οικονομία.
Μόνο στην περίπτωση μεγάλης ανακάλυψης —για την οποία έχουν διατυπωθεί υποθετικές εκτιμήσεις αλλά δεν υπάρχει ακόμη επιβεβαίωση— θα μπορούσε να προκύψει ουσιαστική και μακροχρόνια δημοσιονομική ενίσχυση, μαζί με βελτίωση του ενεργειακού ισοζυγίου της χώρας.
Γιατί οι πανηγυρισμοί
Η κυβέρνηση αποδίδει υψηλή σημασία στη συμφωνία κυρίως για τρεις λόγους.
- ενισχύεται η προοπτική ενεργειακής ασφάλειας της χώρας, που σήμερα εξαρτάται σχεδόν πλήρως από εισαγόμενο φυσικό αέριο.
- η παρουσία μιας μεγάλης αμερικανικής εταιρείας θεωρείται ότι αναβαθμίζει γεωπολιτικά την Ελλάδα στον ενεργειακό χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου.
- το επενδυτικό ρίσκο μεταφέρεται στις εταιρείες, αφού το Δημόσιο δεν χρηματοδοτεί τις έρευνες.
Υπάρχουν όμως και ουσιαστικές επιφυλάξεις. Η πιθανότητα εμπορικής ανακάλυψης παραμένει άγνωστη, τα βαθιά νερά νότια της Κρήτης είναι τεχνικά απαιτητικά και κοστοβόρα, ενώ ο χρονικός ορίζοντας για σημαντικά δημόσια έσοδα —αν όλα εξελιχθούν θετικά— μετατίθεται πιθανότατα μετά το 2030–2035.
Επιπλέον, η ευρωπαϊκή πορεία ενεργειακής μετάβασης δημιουργεί ένα μακροπρόθεσμο ερώτημα για τη μελλοντική ζήτηση φυσικού αερίου.