Η συζήτηση γύρω από τη διεκδίκηση μιας τρίτης κυβερνητικής θητείας διεξάγεται συχνά με όρους αόριστης μεταφυσικής και όχι με βάση την πραγματική απόδοση, την αξιοπιστία και το ρεαλιστικό σχέδιο. Σε αυτή τη διαπίστωση προχωρά ο υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος, μέσα από άρθρο του στην «Καθημερινή της Κυριακής», υπογραμμίζοντας ότι η πολιτική σταθερότητα αποτελεί βασικό πυλώνα συλλογικής προόδου και ανθεκτικότητας στις κρίσεις.
Αναφερόμενος στην εδραιωμένη αντίληψη ότι καμία μεταπολιτευτική κυβέρνηση στη χώρα μας δεν καταφέρνει να κερδίσει τρεις συνεχόμενες εκλογικές αναμετρήσεις —σαν οι δύο θητείες να αποτελούν το φυσικό όριο δημοκρατικής αντοχής— ο κ. Σκέρτσος θέτει τον προβληματισμό: "γιατί το κεντρικό κριτήριο δεν πρέπει να είναι το έργο που παρήχθη, ο βαθμός υλοποίησης των προγραμματικών δεσμεύσεων και το όραμα για την επόμενη ημέρα."
Απευθυνόμενος σε όσους προτάσσουν την πολιτική ανανέωση ως αυτοσκοπό χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τους πολίτες, υπενθυμίζει σημαντικά παραδείγματα ηγετών στην Ευρώπη που κυβέρνησαν επί σειρά ετών χωρίς οι χώρες τους να χάσουν τον δημοκρατικό τους χαρακτήρα:
-
Ο Χέλμουτ Κολ και η Άνγκελα Μέρκελ παρέμειναν στην ηγεσία της Γερμανίας για 16 χρόνια ο καθένας.
-
Η Μάργκαρετ Θάτσερ κυβέρνησε τη Μεγάλη Βρετανία για 11,5 χρόνια και ο Τόνι Μπλερ για 10 χρόνια.
-
Ο Φρανσουά Μιτεράν ηγήθηκε της Γαλλίας για 14 χρόνια και ο Ζακ Σιράκ για 12 χρόνια.
-
Ο Φελίπε Γκονθάλεθ κυβέρνησε την Ισπανία επί 13,5 χρόνια, ο Μαρκ Ρούτε την Ολλανδία για 14 χρόνια και ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ το Λουξεμβούργο για 18 χρόνια.
Σύμφωνα με τον υπουργό, τα κράτη αυτά προόδευσαν οικονομικά και κοινωνικά χάρη στην παρατεταμένη πολιτική σταθερότητα και τη μεταρρυθμιστική τους συνέπεια.
Η πορεία της ελληνικής οικονομίας και τα ανοιχτά μέτωπα
Προχωρώντας σε έναν απολογισμό για την κατάσταση στην Ελλάδα, ο υπουργός Επικρατείας σημειώνει ότι η χώρα έχει διανύσει σημαντική απόσταση μέσα σε δύσκολες συνθήκες, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν επουλωθεί πλήρως οι πληγές της προηγούμενης κρίσης χρέους.
Ειδικότερα, τα στοιχεία δείχνουν εντυπωσιακή βελτίωση σε κρίσιμους δείκτες:
-
Το δημόσιο χρέος, από το υψηλό του 210% του ΑΕΠ στην περίοδο της πανδημίας, περιορίστηκε στο 146,6% το 2025 και εκτιμάται ότι θα πέσει στο 136,6% το 2026.
-
Η ανεργία υποχώρησε θεαματικά από το 17% του Ιουνίου 2019 σε επίπεδα κάτω του 8%.
-
Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατέγραψε σωρευτική αύξηση 26% από το 2020, με την οικονομία να αναπτύσσεται σταθερά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Παρά ταύτα, ο ίδιος σπεύδει να τονίσει ότι δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό. Το καθαρό εισόδημα ανά κάτοικο παραμένει χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η απονομή δικαιοσύνης απαιτεί περαιτέρω επιτάχυνση για να συγκλίνει με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, η χωροταξική μεταρρύθμιση είναι ανοιχτή, ενώ ο πρωτογενής τομέας χρειάζεται γενναία άλματα σε παραγωγικότητα, εξωστρέφεια και βιωσιμότητα.
Το δίλημμα της επόμενης ημέρας και η κριτική στην αντιπολίτευση
Κατά τον κ. Σκέρτσο, η μελλοντική πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να στηρίζεται σε αναφορές στο παρελθόν ούτε να ζητάει «ψήφο ευγνωμοσύνης». Το ζητούμενο είναι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας, της ικανότητας και κυρίως του σχεδίου για τις αναγκαίες τομές, όπως ο εκσυγχρονισμός του κράτους, η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η σύγκλιση των εισοδημάτων και η θωράκιση απέναντι στις γεωπολιτικές και τεχνολογικές προκλήσεις.
Στον αντίποδα, ασκεί κριτική στην αντιπολίτευση υποστηρίζοντας ότι η μοναδική της πρόταση συνοψίζεται στο σύνθημα «να φύγει ο Μητσοτάκης… και βλέπουμε». Κλείνοντας, επισημαίνει ότι η σταθερότητα δεν ισοδυναμεί με στασιμότητα, αλλά παρέχει τον απαραίτητο χρόνο ώστε μια χώρα να αλλάξει εκ βάθρων.