Σε μια εκτενή παρέμβαση στον ΣΚΑΪ, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης αναφέρθηκε στις τρέχουσες δικαστικές εξελίξεις, ασκώντας δριμεία κριτική στον τρόπο με τον οποίο η δικαιοσύνη αντιμετωπίζει το κοινοβουλευτικό έργο. Ο υπουργός εστίασε στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, τη σύγκρουση με την Ένωση Δικαστών και την άρση ασυλίας των 11 βουλευτών.
Υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ
Σχετικά με τη δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο υπουργός Υγείας υποστήριξε ότι το περιεχόμενό της στερείται ουσιαστικών ποινικών ζητημάτων, εκφράζοντας την έντονη αντίθεσή του στην τάση μετατροπής της καθημερινής βουλευτικής λειτουργίας σε αξιόποινη πράξη. Σημείωσε ότι στην ελληνική πραγματικότητα η επικοινωνία χιλιάδων πολιτών με τους βουλευτές τους μέσω τηλεφώνων, email ή επισκέψεων στα πολιτικά γραφεία αποτελεί θεμελιώδη πτυχή του πολιτεύματος και είναι παράλογο να θεωρείται ξαφνικά ποινικό αδίκημα. Παρόλο που ο κ. Γεωργιάδης συμφώνησε με την ανάγκη για ένα κράτος όπου ο πολίτης θα εξαρτάται λιγότερο από τον πολιτικό —μια κατεύθυνση στην οποία κινείται η κυβέρνηση— τόνισε κατηγορηματικά ότι η διατήρηση αυτής της σχέσης δεν μπορεί να διώκεται ποινικά.
Απάντηση στην Ένωση Δικαστών και το δικαίωμα του νομοθέτη
Αναφερόμενος στην ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, ο κ. Γεωργιάδης επικαλέστηκε την αρχή της διάκρισης των εξουσιών για να υπογραμμίσει ότι καμία εξουσία δεν πρέπει να παρεμβαίνει στο έργο της άλλης. Απευθυνόμενος στην Ένωση, ζήτησε από τους δικαστικούς λειτουργούς να μην παρεμβαίνουν στο δικό του νομοθετικό έργο, εξηγώντας ότι ο ίδιος, ως μέλος της Βουλής που ψήφισε τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να κρίνει έναν νόμο ως λανθασμένο και να προτείνει την τροποποίησή του. Διευκρίνισε ότι εφόσον ο συγκεκριμένος θεσμός συστάθηκε με νόμο, η ελληνική Βουλή έχει την κυριαρχική δύναμη να τον ακυρώσει ή να τον καταργήσει με νεότερη νομοθετική πράξη, χωρίς αυτό να συνιστά παρέμβαση στη δικαιοσύνη.
Το συνταγματικό και πολιτικό δίλημμα για την άρση ασυλίας των 11 βουλευτών
Όσον αφορά το ζήτημα της άρσης ασυλίας των 11 βουλευτών, ο υπουργός τόνισε ότι από συνταγματική σκοπιά η κίνηση αυτή δεν θα έπρεπε να συμβεί καθώς ανοίγει μια επικίνδυνη κερκόπορτα για τον θεσμό. Αναγνώρισε ωστόσο την πολιτική διάσταση του θέματος, καθώς η άρνηση προσφυγής στη δικαιοσύνη θα μπορούσε να τροφοδοτήσει την καχυποψία της κοινής γνώμης και να πλήξει την κυβερνητική παράταξη.
Κατέληξε με μια προειδοποίηση για τον εντεινόμενο αντικοινοβουλευτισμό στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι ο εξευτελισμός των βουλευτών, οι οποίοι αποτελούν τους αντιπροσώπους του λαού, υπονομεύει την ίδια την κοινοβουλευτική δημοκρατία η οποία απαιτεί σεβασμό στους θεσμούς για να παραμείνει ζωντανή.