Η επίσκεψη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα δεν πρέπει να ιδωθεί ως μία ακόμη διπλωματική επίσκεψη. Εντάσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική εξωτερική πολιτική αναζητά μια νέα ισορροπία ανάμεσα στην παγκόσμια παρουσία και την περιφερειακή συγκέντρωση ισχύος.
Η επιλογή της Ισλανδίας, της Ελλάδας και της Πορτογαλίας ως σταθμών της περιοδείας του αποκτά ιδιαίτερο γεωπολιτικό ενδιαφέρον, καθώς οι τρεις χώρες βρίσκονται σε διαφορετικά, αλλά κρίσιμα σημεία του ευρωατλαντικού χώρου.
Η σημασία της Αθήνας γίνεται ακόμη μεγαλύτερη αν δούμε την Ανατολική Μεσόγειο όχι ως μια περιφερειακή υποπεριοχή της Ευρώπης, αλλά ως έναν ενιαίο στρατηγικό χώρο που συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια Αφρική, την Ερυθρά Θάλασσα και, μέσω των θαλάσσιων οδών, τον Ινδικό Ωκεανό. Η εξέλιξη αυτή έχει ιστορικές ρίζες.
Το 1947, με το Δόγμα Τρούμαν, η Ελλάδα και η Τουρκία βρέθηκαν στον πυρήνα της νέας αμερικανικής στρατηγικής απέναντι στη σοβιετική επέκταση. Η Ελλάδα αποτελούσε τότε το νοτιοανατολικό άκρο της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφαλείας, ενώ η Τουρκία αποτελούσε τη γέφυρα προς τη Μέση Ανατολή και τη Μαύρη Θάλασσα. Στα επόμενα χρόνια, το Ιράν εντάχθηκε επίσης στην αμερικανική στρατηγική της περιοχής. Δημιουργήθηκε, έτσι, ένα σύστημα ασφαλείας που συνέδεε τα Βαλκάνια, την Ανατολική Μεσόγειο, και τον Περσικό Κόλπο.
Η Ιρανική Επανάσταση του 1979 άλλαξε αυτή την ισορροπία. Η έξοδος του Ιράν από το δυτικό στρατηγικό σύστημα δημιούργησε ένα μεγάλο γεωπολιτικό ρήγμα, το οποίο ακολούθησαν ο πόλεμος Ιράν–Ιράκ, οι συγκρούσεις στον Περσικό Κόλπο, οι κρίσεις στον Λίβανο, οι πόλεμοι στο Ιράκ και στη Συρία και, τα τελευταία χρόνια, η επέκταση της σύγκρουσης προς την Υεμένη και την Ερυθρά Θάλασσα. Έτσι, η Ανατολική Μεσόγειος δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται ανεξάρτητα από τη Μέση Ανατολή. Η ασφάλεια της Μεσογείου συνδέεται με την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Οι θαλάσσιες οδοί συνδέονται με την ενέργεια και το εμπόριο. Και το εμπόριο συνδέεται με τις υποδομές, τα λιμάνια και τις στρατιωτικές δυνατότητες προστασίας τους.
Γιατί η Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ
Μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία η Ελλάδα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ελληνική γεωγραφία είναι μοναδική. Η χώρα βρίσκεται στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα Βαλκάνια, η Μαύρη Θάλασσα, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή. Η χερσαία της θέση συνδυάζεται με μια εκτεταμένη θαλάσσια και νησιωτική γεωγραφία, δημιουργώντας ένα σύστημα λιμένων, νησιών, αεροδρομίων και θαλάσσιων διαδρομών. Η Σούδα, η Αλεξανδρούπολη, η Θεσσαλονίκη, ο Πειραιάς και οι υπόλοιπες ελληνικές υποδομές αποκτούν επομένως σημασία που ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα. Η Αλεξανδρούπολη, για παράδειγμα, συνδέει τη Βόρεια Ελλάδα με τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα, ενώ η Κρήτη βρίσκεται πάνω στις θαλάσσιες διαδρομές που συνδέουν την Ευρώπη με την Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.
Η νέα αμερικανική στρατηγική έχει ιδιαίτερη σημασία σε αυτό το σημείο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον όλες τις γεωγραφικές περιοχές του πλανήτη με την ίδια προτεραιότητα. Η αμερικανική στρατηγική δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην ιεράρχηση των συμφερόντων, στην προστασία του δυτικού ημισφαιρίου και στην αξιοποίηση συμμάχων και εταίρων που μπορούν να λειτουργήσουν ως πολλαπλασιαστές ισχύος. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αμερικανική αποχώρηση από την Ευρώπη ή τη Μέση Ανατολή. Σημαίνει όμως ότι η Ουάσιγκτον αναζητά περισσότερο επιλεκτικούς κόμβους και στρατηγικούς εταίρους.
Και εδώ βρίσκεται η ευκαιρία της Ελλάδας
Η επίσκεψη του Ρούμπιο στην Αθήνα μπορεί να ιδωθεί μέσα σε αυτή τη νέα λογική. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας ακόμη σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Είναι ένας σύμμαχος που μπορεί να συνδέσει διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές. Η Ισλανδία βρίσκεται στον Βόρειο Ατλαντικό. Η Πορτογαλία στον δυτικό Ατλαντικό. Η Ελλάδα στην είσοδο της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν υπάρχει ανάγκη να θεωρήσουμε ότι αυτές οι τρεις χώρες αποτελούν έναν επίσημα σχεδιασμένο αμερικανικό «διάδρομο» για να αντιληφθούμε τη γεωγραφική τους αξία. Είναι σημεία ενός ευρύτερου ευρωατλαντικού χώρου που συνδέεται με τον έλεγχο των θαλάσσιων επικοινωνιών, την ασφάλεια των υποδομών και τη λειτουργία του ΝΑΤΟ. Για την Ελλάδα, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Αμερική θεωρεί τη χώρα σημαντική. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς η Αθήνα θα μετατρέψει αυτή τη σημασία σε πολιτική και οικονομική αξία.
Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει δύο άκρα. Το πρώτο είναι η αντίληψη ότι η χώρα μπορεί να λειτουργήσει ως απλός αποδέκτης των αμερικανικών στρατηγικών επιλογών. Το δεύτερο είναι η αντίληψη ότι η στρατηγική αυτονομία σημαίνει απόσταση από τους συμμάχους. Υπάρχει ένας τρίτος δρόμος: η Ελλάδα να είναι αξιόπιστη στις συμμαχικές της δεσμεύσεις, αλλά στρατηγικά αυτόνομη στις δικές της επιλογές.
Απαραίτητος σύμμαχος
Εδώ αποκτά νόημα η έννοια του «απαραίτητου συμμάχου». Απαραίτητος σύμμαχος δεν είναι εκείνος που λέει πάντοτε «ναι». Είναι εκείνος του οποίου η συμμετοχή δημιουργεί τόσο μεγάλη στρατηγική αξία ώστε οι άλλοι να πρέπει να τον υπολογίζουν. Η Ελλάδα διαθέτει αυτή τη δυνατότητα, εφόσον επενδύσει στη γεωγραφία της.
Αυτό σημαίνει λιμάνια, σιδηροδρομικές συνδέσεις, ενεργειακά δίκτυα, ψηφιακές υποδομές, αμυντικές δυνατότητες, ναυτική παρουσία και ισχυρότερη διπλωματική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο. Σημαίνει επίσης ότι η χώρα πρέπει να λειτουργεί ως γέφυρα μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης, Βαλκανίων, Ισραήλ, Αιγύπτου και αραβικού κόσμου.
Η Τουρκία, το Ισραήλ, η Αίγυπτος, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα αντιλαμβάνονται επίσης τη μεταβολή του περιφερειακού συστήματος. Κάθε μία από αυτές τις χώρες διαθέτει διαφορετικά πλεονεκτήματα και επιδιώκει να αποφύγει την περιθωριοποίησή της στη νέα αρχιτεκτονική. Η Ελλάδα, συνεπώς, δεν μπορεί να βασιστεί σε μία μόνο συμμαχία. Χρειάζεται ένα πλέγμα σχέσεων. Η σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι σημαντική. Η σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι θεμελιώδης. Οι σχέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο, το Ισραήλ και τις αραβικές χώρες αποκτούν περιφερειακή σημασία. Και η σχέση με την Τουρκία παραμένει αναπόφευκτο στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις στις διμερείς σχέσεις.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τη γεωγραφία της ως περιορισμό. Πρέπει να την αντιμετωπίζει ως διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Για δεκαετίες η Ελλάδα θεωρούσε τον εαυτό της ως το νοτιοανατολικό σύνορο της Δύσης. Σήμερα μπορεί να διεκδικήσει έναν διαφορετικό ρόλο: να γίνει ο συνδετικός κρίκος μεταξύ διαφορετικών στρατηγικών χώρων.
Αυτός ο ρόλος απαιτεί στρατηγικό βάθος.
Η Αθήνα πρέπει να μπορεί να συνομιλεί με την Ουάσιγκτον χωρίς να αποκόπτεται από τις ευρωπαϊκές της υποχρεώσεις. Να διατηρεί σχέσεις με το Ισραήλ, χωρίς να απομακρύνεται από τον αραβικό κόσμο. Να ενισχύει τη σχέση με την Αίγυπτο χωρίς να μετατρέπει κάθε περιφερειακή σχέση σε αντιπαράθεση. Να συμμετέχει ενεργά στη νατοϊκή αρχιτεκτονική χωρίς να εγκαταλείπει την ευρωπαϊκή διάσταση της εξωτερικής της πολιτικής. Η γεωπολιτική αξία μιας χώρας δεν μετριέται μόνο από το μέγεθος της οικονομίας ή των ενόπλων δυνάμεών της. Μετριέται και από το πόσο δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί. Αυτό είναι το μεγάλο ελληνικό στοίχημα.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει υπερδύναμη. Μπορεί όμως να γίνει κόμβος.
Και ένας κόμβος έχει αξία επειδή συνδέει. Συνδέει την Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή. Τα Βαλκάνια με τη Μεσόγειο. Τη Μαύρη Θάλασσα με το Αιγαίο. Τις ενεργειακές υποδομές με τις θαλάσσιες οδούς. Τη Βορειοατλαντική Συμμαχία με την Ανατολική Μεσόγειο. Η επίσκεψη Ρούμπιο στην Αθήνα, επομένως, αποτελεί αφορμή για ένα μεγαλύτερο ερώτημα: τι είδους Ελλάδα θέλει να είναι μέσα στη νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μια Ελλάδα που απλώς περιμένει να αποφασίσουν οι άλλοι. Πρέπει να είναι μια Ελλάδα που γνωρίζει τι προσφέρει, τι ζητά και ποια θέση θέλει να καταλάβει. Η νέα εποχή δεν θα χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από μεγάλες αυτοκρατορικές ζώνες επιρροής. Θα χαρακτηρίζεται όλο και περισσότερο από δίκτυα, κόμβους και κρίσιμες υποδομές.
Σε έναν τέτοιο κόσμο, η γεωγραφία της Ελλάδας μπορεί να μετατραπεί σε στρατηγικό κεφάλαιο. Το ζητούμενο, λοιπόν, δεν είναι να γίνει η Ελλάδα ο «αγαπημένος σύμμαχος» μιας μεγάλης δύναμης. Είναι να γίνει ο απαραίτητος σύμμαχος. Ένας σύμμαχος αξιόπιστος, αλλά όχι δεδομένος. Συνεργάσιμος, αλλά όχι παθητικός. Προβλέψιμος στις δεσμεύσεις του, αλλά αποφασιστικός στην υπεράσπιση των συμφερόντων του. Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, η ελληνική γεωγραφία μπορεί να μην είναι απλώς το σύνορο μιας μεγαλύτερης στρατηγικής. Μπορεί να γίνει μέρος της ίδιας της αρχιτεκτονικής της.
Πέτρος Βαμβακάς, Αναπληρωτής καθηγητής Τμήματος Πολιτικών Επιστημών & Διεθνών Σχέσεων, Emmanuel College, Διευθυντής στο Ινστιτούτο Μελετών Ανατολικής Μεσογείου, μέλος Γνωμοδοτικού Συμβουλίου ΕΝΑ – Άρθρο στο Ινστιτούτο ΕΝΑ