Διεθνή

Ερώτηση Σι προς Τραμπ: Μπορούμε να αποφύγουμε τη «Θουκυδίδειο παγίδα»;


Με φόντο τον πόλεμο στο Ιράν, την Ταϊβάν, τους δασμούς και την παγκόσμια μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη, ο Σι Τζινπίνγκ υποδέχθηκε τον Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, θέτοντας ένα ερώτημα με βαριά γεωπολιτική φόρτιση: μπορούν ΗΠΑ και Κίνα να αποφύγουν τη λεγόμενη «Θουκυδίδειο παγίδα», δηλαδή τη σύγκρουση ανάμεσα σε μία ανερχόμενη και μία κυρίαρχη δύναμη;

Η διήμερη σύνοδος κορυφής στο Πεκίνο ξεκίνησε σε ένα ιδιαίτερα τεταμένο διεθνές περιβάλλον, με τις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη να επιχειρούν να σταθεροποιήσουν μία σχέση που τα τελευταία χρόνια έχει επιβαρυνθεί από εμπορικό πόλεμο, τεχνολογικούς περιορισμούς και γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις.

Ο Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος στην εναρκτήρια τοποθέτησή του, δηλώνοντας ότι οι σχέσεις ΗΠΑ - Κίνας θα γίνουν «καλύτερες από ποτέ», ενώ υπογράμμισε ότι γνωρίζει προσωπικά τον Σι περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο Αμερικανό ή Κινέζο πρόεδρο στο παρελθόν.

Ο Κινέζος πρόεδρος, ωστόσο, επέλεξε να δώσει πιο στρατηγικό τόνο στη συνάντηση. Αναφερόμενος στη διεθνή προσοχή που συγκεντρώνει η σύνοδος, έθεσε δημόσια το ερώτημα αν οι δύο υπερδυνάμεις μπορούν να αποφύγουν τη «Θουκυδίδειο παγίδα», θεωρία που περιγράφει πώς ιστορικά η αντιπαράθεση ανάμεσα σε μία ανερχόμενη δύναμη και μία κατεστημένη ηγεμονία συχνά οδηγεί σε πόλεμο.

Τον όρο έκανε ιδιαίτερα γνωστό ο καθηγητής του Χάρβαρντ Γκράχαμ Άλισον, ο οποίος εκτίμησε ότι η προσωρινή εμπορική εκεχειρία που είχαν συμφωνήσει οι δύο ηγέτες πέρυσι στη Νότια Κορέα πιθανότατα θα εξελιχθεί πλέον σε πιο επίσημη συμφωνία.

Ο Σι συνέδεσε άμεσα το ζήτημα με τη διεθνή σταθερότητα, λέγοντας ότι Πεκίνο και Ουάσινγκτον πρέπει να εξετάσουν αν μπορούν να αντιμετωπίσουν από κοινού τις μεγάλες παγκόσμιες προκλήσεις και να συμβάλουν σε «ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα».

Η Ταϊβάν, το Ιράν και η ενέργεια στο επίκεντρο

Παρά τις εμπορικές διαπραγματεύσεις, η Ταϊβάν παρέμεινε το πιο ευαίσθητο σημείο της συνάντησης.

Ο Σι ξεκαθάρισε ότι το ζήτημα του νησιού αποτελεί τη σημαντικότερη παράμετρο στις σχέσεις ΗΠΑ - Κίνας και προειδοποίησε ότι κακή διαχείρισή του θα μπορούσε να οδηγήσει τις δύο χώρες σε «επικίνδυνη κατεύθυνση». Το Πεκίνο συνεχίζει να θεωρεί την Ταϊβάν τμήμα της κινεζικής επικράτειας, θέση που απορρίπτει η κυβέρνηση της νήσου.

Σύμφωνα με αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, οι δύο πλευρές συζήτησαν επίσης την κατάσταση στα Στενά του Ορμούζ, συμφωνώντας ότι η θαλάσσια οδός πρέπει να παραμείνει ανοιχτή ώστε να διασφαλιστεί η ελεύθερη ροή ενέργειας.

Μάλιστα, ο Σι φέρεται να εξέφρασε ενδιαφέρον για αύξηση των εισαγωγών αμερικανικού πετρελαίου, προκειμένου η Κίνα να μειώσει μελλοντικά την εξάρτησή της από τη διαδρομή του Ορμούζ, στοιχείο που συνδέεται άμεσα με την αβεβαιότητα που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν.

Οι δύο ηγέτες συζήτησαν επίσης πιθανή αύξηση κινεζικών αγορών αμερικανικών αγροτικών προϊόντων, σε μία προσπάθεια να διατηρηθεί η εμπορική αποκλιμάκωση.

Μία διαφορετική Κίνα από το 2017

Η επίσκεψη Τραμπ είναι η πρώτη εν ενεργεία Αμερικανού προέδρου στην Κίνα εδώ και σχεδόν μία δεκαετία και, σύμφωνα με αναλυτές, το Πεκίνο προσέρχεται αυτή τη φορά με πολύ μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ο αναλυτής Σκοτ Κένεντι από το Center for Strategic and International Studies σημείωσε ότι το 2017 η Κίνα φοβόταν ακόμη και μικρές αυξήσεις δασμών από τις ΗΠΑ, ενώ σήμερα θεωρεί ότι έχει καταφέρει να απορροφήσει και να εξουδετερώσει μεγάλο μέρος των πιέσεων της κυβέρνησης Τραμπ.

Η Κίνα ήταν άλλωστε η πρώτη μεγάλη οικονομία που απάντησε επιθετικά στους δασμούς της «Ημέρας Απελευθέρωσης» που επέβαλε ο Τραμπ το 2025.

Παρότι οι προσδοκίες για μία «μεγάλη συμφωνία» παραμένουν χαμηλές, η ίδια η εικόνα της συνάντησης έχει ισχυρό συμβολισμό: δύο υπερδυνάμεις που συνεχίζουν να ανταγωνίζονται σχεδόν σε όλα -από την τεχνολογία και το εμπόριο μέχρι τη γεωπολιτική και την τεχνητή νοημοσύνη- αλλά ταυτόχρονα αναγκάζονται να συνομιλούν επειδή η παγκόσμια σταθερότητα εξαρτάται από τη μεταξύ τους ισορροπία.

Στη συνάντηση συμμετείχαν κορυφαία στελέχη και από τις δύο πλευρές. Από κινεζικής πλευράς παρόντες ήταν, μεταξύ άλλων, ο υπουργός Εξωτερικών Γουάνγκ Γι, ενώ την αμερικανική αποστολή συνόδευσαν ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο και ισχυροί επιχειρηματίες της τεχνολογίας, όπως ο Έλον Μασκ, ο Τιμ Κουκ και ο Τζένσεν Χουάνγκ.

Η παρουσία τους υπενθύμισε ότι, παρά την ένταση ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις, η οικονομική και τεχνολογική αλληλεξάρτηση ΗΠΑ και Κίνας παραμένει βαθιά και μάλλον υπερβολικά κρίσιμη για να επιτραπεί μία πλήρης ρήξη.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα