Μετά τις αλλεπάλληλες στρατιωτικές συγκρούσεις και την προσωρινή κατάπαυση του πυρός, οι σχέσεις ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν μοιάζουν να έχουν εισέλθει σε μια αβέβαιη και δυνητικά εκρηκτική φάση: ούτε ανοιχτός πόλεμος, ούτε πραγματική ειρήνη. Πρόκειται για ένα γεωπολιτικό κενό, όπου καμία πλευρά δεν υποχωρεί, καμία διαπραγμάτευση δεν προχωρά και όλοι γνωρίζουν ότι ένα νέο επεισόδιο μπορεί να ξεσπάσει ανά πάσα στιγμή.
Στην Ουάσιγκτον, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει να θεωρεί ότι η οικονομική πίεση, οι θαλάσσιοι περιορισμοί και η στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ αρκούν για να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη σε νέες παραχωρήσεις. Στην ιρανική πλευρά, αντιθέτως, κυριαρχεί η πεποίθηση ότι η χώρα μπορεί να αντέξει περισσότερο από έναν Αμερικανό πρόεδρο που πιέζεται από τις αγορές, τις τιμές της ενέργειας και το πολιτικό κόστος μιας παρατεταμένης κρίσης.
Τα σχέδια για νέο γύρο συνομιλιών έχουν ουσιαστικά εκτροχιαστεί. Ο Ντόναλντ Τραμπ ακύρωσε την αποστολή του ειδικού απεσταλμένου Στιβ Γουίτκοφ και του Τζάρεντ Κούσνερ στο Ισλαμαμπάντ, υποστηρίζοντας ότι η ιρανική πλευρά απλώς θα κέρδιζε χρόνο. Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη δηλώνει ότι δεν πρόκειται να καθίσει σε απευθείας διαπραγματεύσεις, όσο παραμένουν σε ισχύ οι αμερικανικοί ναυτικοί περιορισμοί και η πίεση στα ιρανικά λιμάνια. Έτσι, η διπλωματία δεν έχει τερματιστεί επισήμως, αλλά έχει βαλτώσει στην πράξη.
Παράλληλα, το Ιράν επιχειρεί να διατηρήσει ανοικτούς διαύλους με περιφερειακές δυνάμεις όπως το Ομάν και το Πακιστάν, χώρες που θεωρούνται κρίσιμες λόγω της γεωγραφικής τους θέσης γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και της δυνατότητάς τους να λειτουργήσουν ως μεσολαβητές.
Η οικονομία ως όπλο αντοχής
Η ουσία της αναμέτρησης μεταφέρεται πλέον στην οικονομία. Η ιρανική ηγεσία πιστεύει ότι μπορεί να αντέξει εβδομάδες ή και μήνες ασφυκτικής πίεσης, ποντάροντας ότι οι συνέπειες μιας παρατεταμένης διαταραχής στην παγκόσμια αγορά ενέργειας θα πλήξουν πολιτικά τον Λευκό Οίκο πιο γρήγορα απ’ ό,τι θα λυγίσουν την ίδια.
Η λογική αυτή δεν είναι αβάσιμη. Οποιαδήποτε αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ επηρεάζει άμεσα τις τιμές του πετρελαίου, τη ναυσιπλοΐα και τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Για τις ΗΠΑ, αλλά και για την Ευρώπη και την Ασία, το κόστος μπορεί να γίνει αισθητό μέσα σε λίγες εβδομάδες.
Ωστόσο, το ίδιο το Ιράν βρίσκεται ήδη σε οριακή κατάσταση. Οι ελλείψεις σε φάρμακα και πρώτες ύλες αυξάνονται, η βιομηχανική παραγωγή πιέζεται και πληθαίνουν οι αναφορές για απολύσεις. Ο πληθωρισμός απειλεί να εκτοξευθεί σε επίπεδα που θα δοκιμάσουν σοβαρά την κοινωνική συνοχή.
Το πιο επικίνδυνο σενάριο
Για πολλούς αναλυτές, η κατάσταση «ούτε πόλεμος ούτε ειρήνη» μπορεί να αποδειχθεί πιο επικίνδυνη από μια σύντομη ανοιχτή σύγκρουση. Ο λόγος είναι ότι η αβεβαιότητα παρατείνεται, οι στρατιωτικές δυνάμεις παραμένουν σε επιφυλακή και κάθε λάθος υπολογισμός μπορεί να προκαλέσει νέα ανάφλεξη.
Το Ιράν γνωρίζει ότι χωρίς συμφωνία παραμένει εκτεθειμένο σε ενδεχόμενα αμερικανικά ή ισραηλινά πλήγματα. Οι ΗΠΑ γνωρίζουν ότι χωρίς σταθερή διευθέτηση, δεν μπορούν να αποκλείσουν νέα κρίση στην πιο κρίσιμη ενεργειακή αρτηρία του κόσμου.
Κι όμως, καμία πλευρά δεν δείχνει διατεθειμένη να κάνει την πρώτη κίνηση.
Ένα αδιέξοδο με παγκόσμιο κόστος
Η τρέχουσα ισορροπία στηρίζεται περισσότερο στον φόβο παρά στη στρατηγική. Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της. Η Τεχεράνη πιστεύει ακριβώς το ίδιο. Στην πραγματικότητα, όσο παρατείνεται αυτό το αδιέξοδο, τόσο αυξάνεται το κόστος για όλους.
Οι αγορές ενέργειας παραμένουν νευρικές, οι επενδυτές επιφυλακτικοί και οι σύμμαχοι των δύο πλευρών ανήσυχοι. Αν δεν υπάρξει σύντομα αξιόπιστος δίαυλος διαπραγμάτευσης, το σημερινό «πάγωμα» μπορεί να αποδειχθεί απλώς η ανάπαυλα πριν από την επόμενη κρίση.