Προειδοποίηση για τις δημοσιονομικές και πολιτικές εξελίξεις στη Γαλλία απευθύνει ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, Κρίστιαν Σέουινγκ, εκτιμώντας ότι η αβεβαιότητα στις αγορές ενδέχεται να διατηρηθεί έως τις προεδρικές εκλογές. Η δυσκολία του Παρισιού να περιορίσει το δημοσιονομικό έλλειμμα, σε συνδυασμό με την πολιτική αστάθεια και τις βίαιες διαδηλώσεις, εντείνει τις ανησυχίες των επενδυτών για την πορεία των δημόσιων οικονομικών της δεύτερης μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρωζώνης.
«Δεν θα το χαρακτήριζα κρίση χρέους σε αυτή τη χρονική στιγμή, αλλά θεωρώ ότι αποτελεί ένα προειδοποιητικό μήνυμα, ιδίως για τα δημόσια οικονομικά, ότι η δημοσιονομική πειθαρχία είναι καθοριστικής σημασίας», δήλωσε ο Σέουινγκ σε συνέντευξή του στο Bloomberg Television την Τετάρτη.
Η προειδοποίηση του επικεφαλής της Deutsche Bank έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Γαλλία αντιμετωπίζει αυξανόμενες δυσκολίες στην εξεύρεση πολιτικά αποδεκτών λύσεων για τη μείωση του ελλείμματος, ενώ η αβεβαιότητα εντείνεται ενόψει των προεδρικών εκλογών. Οι εξελίξεις έχουν ήδη αποτυπωθεί στην αγορά κρατικών ομολόγων, όπου το περιθώριο απόδοσης των γαλλικών τίτλων έναντι των αντίστοιχων γερμανικών έχει διευρυνθεί, παραπέμποντας σε περιόδους έντονης πίεσης κατά την κρίση χρέους της Ευρωζώνης.
Η διεύρυνση των spreads αντανακλά την αυξημένη επιφυλακτικότητα των επενδυτών απέναντι στη δημοσιονομική πορεία της Γαλλίας και την αβεβαιότητα για την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να προωθήσει μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής. Όσο παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα του ελλείμματος και της πολιτικής σταθερότητας, τόσο ενισχύεται ο κίνδυνος διατήρησης υψηλότερου κόστους δανεισμού για το γαλλικό Δημόσιο.
Την Τρίτη, η Βανέσα Χολτς, επικεφαλής της Bank of America στη Γαλλία, επισήμανε ότι οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον πιο επιλεκτικοί απέναντι στα γαλλικά περιουσιακά στοιχεία εξαιτίας της πολιτικής και οικονομικής αναταραχής. Η στάση αυτή καταδεικνύει ότι η αβεβαιότητα δεν περιορίζεται στη συζήτηση για τη δημοσιονομική πολιτική, αλλά επηρεάζει και τις επενδυτικές αποφάσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Γιατί η Γερμανία προσελκύει κεφάλαια
Στον αντίποδα, ο Σέουινγκ υποστήριξε ότι η Γερμανία εξακολουθεί να διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα ως επενδυτικός προορισμός στην Ευρώπη, χάρη στα ισχυρότερα δημόσια οικονομικά και στην πιστοληπτική της αξιολόγηση. Τα χαρακτηριστικά αυτά λειτουργούν υποστηρικτικά για την προσέλκυση κεφαλαίων σε μια περίοδο κατά την οποία οι επενδυτές επανεξετάζουν την έκθεσή τους στις ευρωπαϊκές αγορές.
Ο επικεφαλής της Deutsche Bank, ο οποίος βρίσκεται στο τιμόνι της μεγαλύτερης γερμανικής τράπεζας εδώ και περίπου οκτώ χρόνια, έχει αναδειχθεί παράλληλα σε σημαντικό παράγοντα του επιχειρηματικού περιβάλλοντος της χώρας. Συμμετέχει σε πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των επενδύσεων και, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν το θέμα, συγκαταλέγεται στα στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου που διατηρούν τακτική επικοινωνία με τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.
Παρά τις ανησυχίες για τη διεθνή οικονομία και τις πολιτικές εξελίξεις, ο Σέουινγκ εκτίμησε ότι η μεταβλητότητα στις αγορές μπορεί να συνεχιστεί, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι οι χρηματιστηριακές αγορές βρίσκονται σε κατάσταση «φούσκας».
Το στοίχημα Μερτς για την ανάκαμψη της γερμανικής οικονομίας
Την ίδια ώρα, η γερμανική κυβέρνηση επιχειρεί να αναζωογονήσει την οικονομική δραστηριότητα έπειτα από χρόνια στασιμότητας. Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς φιλοξένησε στο Βερολίνο την πρώτη επενδυτική διάσκεψη της κυβέρνησής του, επιδιώκοντας να ενισχύσει την προσέλκυση κεφαλαίων και να δώσει νέα ώθηση στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Η στρατηγική του Βερολίνου στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην αύξηση των δημόσιων δαπανών για υποδομές και άμυνα, με στόχο την τόνωση της ζήτησης, την ενίσχυση των επενδύσεων και τη βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών. Έπειτα από μια παρατεταμένη περίοδο αδύναμης οικονομικής επίδοσης, καταγράφονται ενδείξεις ανάκαμψης, χωρίς να έχουν εξαλειφθεί οι διαρθρωτικές προκλήσεις.
Η αντίθεση ανάμεσα στη δημοσιονομική αβεβαιότητα της Γαλλίας και στην προσπάθεια της Γερμανίας να ενισχύσει την ανάπτυξη αναδεικνύει τις διαφορετικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης. Για τις αγορές, κρίσιμο ζητούμενο παραμένει η δυνατότητα των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να συνδυάσουν τη δημοσιονομική αξιοπιστία με την οικονομική ανάπτυξη, σε ένα περιβάλλον αυξημένης πολιτικής αβεβαιότητας και μεταβλητότητας.