Διεθνή

G20: Βαθαίνει το παγκόσμιο οικονομικό ρήγμα - Κίνα και ΗΠΑ σε τροχιά σύγκρουσης


Κίνα, ΗΠΑ και Ευρώπη συγκρούονται για εμπόριο, ενέργεια και τη νέα παγκόσμια οικονομική ισορροπία

Χωρίς κοινό ανακοινωθέν ολοκληρώθηκε η σύνοδος των υπουργών Οικονομικών και κεντρικών τραπεζιτών του G20, καθώς η Κίνα απέρριψε διατυπώσεις που ασκούσαν κριτική στην εξαγωγική της στρατηγική. Η αντιπαράθεση ανέδειξε το βαθύ ρήγμα ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, ενώ στο επίκεντρο βρέθηκαν και ο πόλεμος με το Ιράν και οι εμπορικές συγκρούσεις των ΗΠΑ.

Η Κίνα μπλόκαρε την επίτευξη κοινής συμφωνίας στη G20 για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων οικονομικών ανισορροπιών, απορρίπτοντας διατυπώσεις που συνέδεαν την υπερβολική εξάρτηση από τις εξαγωγές με κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.

Η εξέλιξη έφερε ξανά στην επιφάνεια μία από τις σημαντικότερες οικονομικές συγκρούσεις ανάμεσα στο Πεκίνο και την Ουάσιγκτον: την κινεζική βιομηχανική υπερπαραγωγή και την επιθετική διοχέτευση φθηνών προϊόντων στις διεθνείς αγορές. Οι ΗΠΑ υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η κινεζική οικονομία, στηριζόμενη σε κρατικές ενισχύσεις και πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα, δημιουργεί ανισορροπίες που μεταφέρονται στους εμπορικούς εταίρους της.

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, δήλωσε μετά τη σύνοδο ότι οι οικονομίες που δεν βασίζονται στους μηχανισμούς της αγοράς και διοχετεύουν διαρκώς φθηνές εξαγωγές στον υπόλοιπο κόσμο δεν μπορούν να αποτελέσουν βιώσιμο μοντέλο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Κίνα ήταν η μόνη χώρα που διαφώνησε με τις σχετικές διατυπώσεις.

Χωρίς κοινό ανακοινωθέν, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών δημοσιοποίησε κείμενο της προεδρεύουσας χώρας, καταγράφοντας τα σημεία στα οποία υπήρξε συμφωνία. Σε αυτά περιλαμβάνονταν η ανάγκη για αποτελεσματικότερες αλυσίδες εφοδιασμού κρίσιμων ορυκτών, η αντιμετώπιση της υπερβολικής εξάρτησης από τις εξαγωγές ως κινητήρα ανάπτυξης και η επιτάχυνση της αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους.

Αγκάθι η κινεζική υπερπαραγωγή

Η αντιπαράθεση έχει ευρύτερες συνέπειες από μία διαφωνία για τη φρασεολογία ενός ανακοινωθέντος. Η Κίνα διαθέτει τεράστια παραγωγική δυναμικότητα σε κλάδους όπως τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, οι μπαταρίες, τα φωτοβολταϊκά και σειρά βιομηχανικών προϊόντων. Καθώς η εγχώρια ζήτηση παραμένει ασθενής, οι εξαγωγές αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τη διατήρηση της ανάπτυξης.

Αυτό όμως αυξάνει την πίεση στους εμπορικούς εταίρους της Κίνας. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι ΗΠΑ έχουν ήδη λάβει μέτρα προστασίας των δικών τους βιομηχανιών, φοβούμενες ότι η κινεζική παραγωγή θα εκτοπίσει εγχώριους παραγωγούς και θα ενισχύσει την εξάρτηση από την Κίνα σε στρατηγικούς τομείς.

Η αμερικανική πλευρά υποστηρίζει ότι οι παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν, όσο η Κίνα στηρίζει την ανάπτυξή της σε ένα τεράστιο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών. Το Πεκίνο, από την πλευρά του, απορρίπτει την κριτική ότι η εξαγωγική του ισχύς αποτελεί πρόβλημα για την παγκόσμια οικονομία και αντιτίθεται σε μέτρα που περιορίζουν την πρόσβαση των κινεζικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Η σύγκρουση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία ενόψει των επερχόμενων επαφών Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ. Παρά την οικονομική εκεχειρία που έχει επιτευχθεί μεταξύ Ουάσιγκτον και Πεκίνου, οι βασικές διαφορές για το εμπόριο, την τεχνολογία και το παραγωγικό μοντέλο παραμένουν άλυτες.

Ο πόλεμος στο Ιράν αλλάζει την ατζέντα

Πέρα από την Κίνα, η γεωπολιτική σκιά του πολέμου με το Ιράν κάλυψε μεγάλο μέρος των οικονομικών συζητήσεων στο G20. Η σύγκρουση έχει διαταράξει τις ενεργειακές ροές, έχει αυξήσει τις τιμές του πετρελαίου και δημιουργεί νέες πληθωριστικές πιέσεις σε μια παγκόσμια οικονομία που προσπαθεί να διατηρήσει την ανάπτυξη.

Ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ έχουν λάβει σημαντική διεθνή στήριξη για την προσπάθεια οικονομικής απομόνωσης του Ιράν. Η κυβέρνηση Τραμπ έχει παρουσιάσει την εκστρατεία ως "Operation Economic Outcast", προειδοποιώντας ότι χώρες και επιχειρήσεις που διατηρούν οικονομικούς δεσμούς με την Τεχεράνη θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωπες με αμερικανικές κυρώσεις.

Η Ουάσιγκτον επιδιώκει, σύμφωνα με τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών, τη συμμετοχή της ΕΕ της Βρετανίας και των Εμιράτων στην προσπάθεια. Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών προετοιμάζει επίσης νέες κυρώσεις κατά τραπεζών που χρησιμοποιεί το Ιράν για τη χρηματοδότηση της οικονομίας του, ενώ εξετάζει την κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων Ιρανών αξιωματούχων στο εξωτερικό.

Παράλληλα, η Ουάσιγκτον εκτιμά ότι οι επιπτώσεις στην ενεργειακή αγορά θα είναι προσωρινές. Ο Μπέσεντ υποστήριξε ότι οι εμπορικές διαδρομές του πετρελαίου θα προσαρμοστούν γρήγορα στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί από τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, προβλέποντας μάλιστα ότι σε δύο χρόνια η στρατηγική θαλάσσια δίοδος θα έχει χάσει μεγάλο μέρος της οικονομικής της σημασίας.

Η Ουάσιγκτον συγκρούεται και με τους συμμάχους της

Την ίδια ώρα, η αμερικανική προσπάθεια συγκρότησης διεθνούς μετώπου απέναντι στο Ιράν συνυπάρχει με μία άλλη, ολοένα εντονότερη, σύγκρουση: αυτή που προκαλεί η εμπορική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στους ίδιους τους συμμάχους των ΗΠΑ.

Οι νέοι αμερικανικοί δασμοί στα καναδικά προϊόντα βρέθηκαν στο στόχαστρο ευρωπαϊκών αξιωματούχων. Ο Γερμανός αντικαγκελάριος και υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ προειδοποίησε ότι οι εμπορικές συγκρούσεις που προκαλούν οι ΗΠΑ, όπως αυτή με τον Καναδά, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη και τελικά ζημιώνουν όλες τις πλευρές.

Ο Μπέσεντ, αντίθετα, υποβάθμισε την ικανότητα του Καναδά να ανταποδώσει τα αμερικανικά μέτρα, επισημαίνοντας τη μεγάλη διαφορά μεγέθους μεταξύ των δύο οικονομιών. Ωστόσο, η διαμάχη δεν μπορεί να λυθεί απλώς με οικονομικά αντίμετρα, καθώς, όπως ανέφερε μετά τη συνάντησή του με τον Καναδό ομόλογό του Φρανσουά-Φιλίπ Σαμπάν, η τελική διευθέτηση θα πρέπει να γίνει σε επίπεδο των ηγετών των δύο χωρών.

Έτσι, η σύνοδος του G20 ανέδειξε ένα διπλό πρόβλημα για την Ουάσιγκτον. Από τη μία, οι ΗΠΑ επιχειρούν να πείσουν τους εταίρους τους να ευθυγραμμιστούν απέναντι στο Ιράν και να στηρίξουν την αμερικανική στρατηγική στην παγκόσμια οικονομία. Από την άλλη, η επιθετική εμπορική πολιτική τους δημιουργεί νέες τριβές με συμμάχους, ενώ η Κίνα αξιοποιεί τις διαφωνίες για να υπερασπιστεί το δικό της οικονομικό μοντέλο και να διευρύνει τα περιθώρια επιρροής της.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα