Η αδυναμία του ισραηλινού στρατού να τερματίσει την πολιορκία δύο παλαιστινιακών οικογενειών από ένοπλους Εβραίους εποίκους στη Δυτική Όχθη έχει μετατρέψει τη βία των εποίκων σε μείζον πολιτικό ζήτημα στο Ισραήλ, την ώρα που κυβερνητικά στελέχη εμφανίζονται να αποφεύγουν την καταστολή τους.
Η κρίση στην Κούσρα, όπου δύο παλαιστινιακές οικογένειες παραμένουν ουσιαστικά εγκλωβισμένες στα σπίτια τους από εποίκους επί ημέρες, προκάλεσε μια αξιοσημείωτη τοποθέτηση του υπουργού Άμυνας, Ισραήλ Κατς. Όπως μεταδίδουν οι New York Times, ο Κατς δήλωσε ότι επιθυμεί να απαλλάξει τον ισραηλινό στρατό από την ευθύνη προστασίας των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη και να μεταφέρει την αρμοδιότητα στην αστυνομία.
Η πρόταση εγείρει, ωστόσο, ερωτήματα, καθώς ο ισραηλινός στρατός είναι ο μόνος φορέας που διαθέτει το ανθρώπινο δυναμικό για να περιπολεί και να αντιδρά άμεσα σε επιθέσεις στις δεκάδες κοινότητες όπου έχει καταγραφεί φέτος βία εποίκων. Παράλληλα, η αστυνομία εποπτεύεται από τον υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, έναν ακροδεξιό πολιτικό που προέρχεται ο ίδιος από το κίνημα των εποίκων.
Αναλυτές που επικαλούνται οι New York Times εκτιμούν ότι η πρωτοβουλία του Κατς έχει έντονη πολιτική διάσταση. Ο υπουργός Άμυνας είναι σημαίνον στέλεχος του δεξιού Λικούντ και θεωρείται ένας από τους πολιτικούς που φιλοδοξούν να διαδεχθούν τον Μπενιαμίν Νετανιάχου στην ηγεσία του κόμματος.
Ο Κατς υποστηρίζει ότι ο στρατός δεν μπορεί και δεν πρέπει να αναλαμβάνει την επιβολή του αστικού δικαίου στη Δυτική Όχθη, επικαλούμενος και την αύξηση του αριθμού των Ισραηλινών εποίκων στην περιοχή. Η αλλαγή αυτή, όμως, θα μπορούσε να έχει ευρύτερες πολιτικές συνέπειες. Με βάση το διεθνές δίκαιο, το Ισραήλ, ως κατοχική δύναμη, έχει την ευθύνη για την προστασία του παλαιστινιακού άμαχου πληθυσμού στη Δυτική Όχθη. Ο ισραηλινός στρατός έχει επίσης την ευθύνη για τη διατήρηση της τάξης στην περιοχή από τότε που το Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη στον πόλεμο του 1967.
Η αστυνομία διαθέτει ήδη μονάδες στη Δυτική Όχθη, όπου ζουν εκατοντάδες χιλιάδες Ισραηλινοί σε οικισμούς που θεωρούνται παράνομοι βάσει του διεθνούς δικαίου. Η μεταφορά, όμως, της προστασίας των Παλαιστινίων στην αστυνομία θα μπορούσε να θεωρηθεί ένα ακόμη βήμα προς τη σταδιακή προσάρτηση της περιοχής, στόχος που υποστηρίζουν αρκετά στελέχη της κυβέρνησης Νετανιάχου.
Η πολιορκία στην Κούσρα
Στην Κούσρα, οι έποικοι που είχαν αποκλείσει τις δύο παλαιστινιακές οικογένειες έστησαν την Παρασκευή σκηνή κοντά στα σπίτια τους. Ισραηλινοί στρατιώτες την απομάκρυναν, σύμφωνα με τον δήμαρχο της κοινότητας Αμπντούλ Αζίμ αλ-Ουάντι και ανακοίνωση του ισραηλινού στρατού.
Ωστόσο, οι έποικοι παρέμεναν στην περιοχή μέχρι αργά το απόγευμα, ενώ στρατιώτες βρίσκονταν σε κοντινή απόσταση. Ο δήμαρχος δήλωσε ότι η μόνη λύση είναι η σύλληψη των εποίκων, υποστηρίζοντας ότι διαφορετικά δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα.
Ο ισραηλινός στρατός ανέφερε ότι οι δυνάμεις του συνέχισαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας τις προσπάθειες απομάκρυνσης των Ισραηλινών πολιτών από την περιοχή, η οποία είχε κηρυχθεί κλειστή στρατιωτική ζώνη.
Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική βαρύτητα, καθώς ο ισραηλινός στρατός έχει αντιμετωπίσει πολύ ισχυρότερους αντιπάλους, αλλά εμφανίζεται ανήμπορος να εξασφαλίσει την ασφαλή παραμονή δύο παλαιστινιακών οικογενειών στα σπίτια τους.
«Θαυμάζω» τους εποίκους
Η στάση της κυβέρνησης απέναντι στη βία των εποίκων έγινε ακόμη πιο σαφής από τις δηλώσεις του Μπεν-Γκβιρ. Ο υπουργός Εθνικής Ασφάλειας, ο οποίος ηγείται του ακροδεξιού κόμματος Otzma Yehudit («Εβραϊκή Ισχύς»), δήλωσε σε ραδιοφωνική συνέντευξη ότι δεν γνώριζε όλες τις λεπτομέρειες της υπόθεσης στην Κούσρα, αλλά έσπευσε να υπερασπιστεί τους εποίκους.
Ο Μπεν-Γκβιρ αναγνώρισε ότι κάποιοι από αυτούς πρέπει να συλληφθούν και να αντιμετωπίσουν τη δικαιοσύνη, πρόσθεσε όμως ότι «θαυμάζει» τους περισσότερους από εκείνους που εγκαθίστανται στη γη του Ισραήλ και δημιουργούν νέους οικισμούς και φυλάκια.
Παράλληλα, υποστήριξε ότι η βασική απειλή στη Δυτική Όχθη δεν προέρχεται από τους εποίκους, αλλά από τους Παλαιστινίους, αναφερόμενος σε επιθέσεις με πέτρες, βόμβες μολότοφ και πυροβολισμούς.
Ο Νετανιάχου δεν έχει τοποθετηθεί δημόσια για την πολιορκία στην Κούσρα. Βουλευτής του Λικούντ, ωστόσο, συναντήθηκε και φωτογραφήθηκε με ομάδα εξτρεμιστών εποίκων, μεταξύ των οποίων και ένα πρόσωπο που έχει υποστεί κυρώσεις από αρκετές χώρες για συμμετοχή σε βίαιες ενέργειες.
Από «νεαρούς» σε «εβραϊκή τρομοκρατία»
Για χρόνια, η ισραηλινή πολιτική ηγεσία, συμπεριλαμβανομένου του Νετανιάχου, υποβάθμιζε τη βία των εποίκων παρουσιάζοντάς την ως έργο μιας «χούφτας παιδιών» ή μερικών δεκάδων ή εκατοντάδων παραβατικών νεαρών. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, είχε διατυπωθεί η άποψη ότι πρόκειται για νέους από προβληματικές οικογένειες που χρειάζονται κατανόηση περισσότερο παρά ποινική δίωξη.
Η εικόνα έχει αλλάξει καθώς αυξάνονται οι νεκροί Παλαιστίνιοι από επιθέσεις εποίκων, ενώ παράλληλα έχουν καταγραφεί ξυλοδαρμοί και εμπρησμοί εκατοντάδων κατοικιών, αυτοκινήτων και τεμενών.
Όλο και περισσότεροι επιφανείς Ισραηλινοί χρησιμοποιούν πλέον τον όρο «εβραϊκή τρομοκρατία» για να περιγράψουν τη βία. Η υπόθεση της Κούσρα έφερε το ζήτημα στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης, ενόψει των ισραηλινών εκλογών του Οκτωβρίου.
Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι αποτυγχάνει να περιορίσει τη βία. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ο οποίος είχε στο παρελθόν ηγηθεί της οργάνωσης που εκπροσωπεί τους εποικισμούς στη Δυτική Όχθη, χαρακτήρισε τις επιθέσεις «τρομοκρατικές πράξεις» και επέκρινε την κυβέρνηση επειδή χρειάστηκε, σύμφωνα με τον Αμερικανό πρέσβη στο Ισραήλ Μάικ Χάκαμπι, να δεχθεί πιέσεις από την κυβέρνηση Τραμπ για να παρέμβει στην Κούσρα.
«Δεν πρέπει να περιμένουμε από τους Αμερικανούς να μας πουν να το κάνουμε», δήλωσε ο Μπένετ, σύμφωνα με τους New York Times.
Ρήγμα και στο εσωτερικό του στρατού
Ο Γκάντι Αϊζενκότ, πρώην αρχηγός του ισραηλινού γενικού επιτελείου και σήμερα υποψήφιος με ισχυρή δυναμική για την πρωθυπουργία, χαρακτήρισε την υπόθεση της Κούσρα σοβαρή ένδειξη της αποτυχίας και της αδυναμίας της κυβέρνησης.
Ισραηλινοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η αστυνομία αντιμετωπίζει με υπερβολική επιείκεια τους βίαιους εποίκους και ότι τα δικαστήρια σπάνια επιβάλλουν αυστηρές ποινές. Οι επικριτές του στρατού, από την άλλη πλευρά, υποστηρίζουν ότι και οι ένοπλες δυνάμεις συχνά αποφεύγουν να χρησιμοποιήσουν όλα τα διαθέσιμα μέσα εναντίον των εποίκων.
Την Τετάρτη, 465 έφεδροι στρατιώτες είχαν υπογράψει ανοιχτή επιστολή προς τον αρχηγό του ισραηλινού στρατού, αντιστράτηγο Εγιάλ Ζαμίρ, ζητώντας αποφασιστική δράση εναντίον της «εβραϊκής τρομοκρατίας». Οι έφεδροι προειδοποίησαν ότι η εθνικιστική βία στη Δυτική Όχθη συνεχίζεται και ότι οι στρατιώτες καλούνται επανειλημμένα να παρεμβαίνουν ανάμεσα σε Παλαιστινίους και εποίκους, χωρίς σαφή εντολή για την αποτροπή των επιθέσεων. Καταγγέλλουν, επίσης, έλλειψη στήριξης από την ανώτατη στρατιωτική ηγεσία και πολιτική ανοχή απέναντι στη βία.
Ο Μοσέ Καράντι, πρώην αρχηγός της ισραηλινής αστυνομίας, χαρακτήρισε τη διαχείριση της πολιορκίας στην Κούσρα «ντροπή» και υποστήριξε ότι οι υπεύθυνοι για τρομοκρατικές ενέργειες πρέπει να αντιμετωπίζονται με αποφασιστικότητα. Παράλληλα, εκτίμησε ότι ο στρατός έκανε στρατηγικό λάθος επειδή δεν κάλεσε αμέσως την αστυνομία να απομακρύνει τους εποίκους. Οι στρατιώτες, όπως είπε, είναι εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουν Παλαιστινίους και όχι Ισραηλινούς, ενώ η αστυνομία έχει εκπαίδευση για την αντιμετώπιση και των δύο.
Η υπόθεση αποκαλύπτει το πρόβλημα της ισραηλινής πολιτικής: ποιος είναι τελικά υπεύθυνος για την προστασία των Παλαιστινίων στη Δυτική Όχθη, όταν οι επιτιθέμενοι είναι Ισραηλινοί πολίτες και, ταυτόχρονα, τμήμα της πολιτικής ηγεσίας τάσσεται ανοιχτά υπέρ τους. Με τις εκλογές του Οκτωβρίου να πλησιάζουν, αυτό αποκτά άμεση πολιτική σημασία.