Διεθνή

Πώς ένας δισεκατομμυριούχος διαμόρφωσε την πολιτική Τραμπ για τους άστεγους (+video)


Όλο και πιο αυστηρή γίνεται η πολιτική για την αστεγία στις ΗΠΑ, με τους Ρεπουμπλικανούς να προωθούν απαγορεύσεις κατασκήνωσης και ύπνου σε δημόσιους χώρους, αλλά και σύνδεση της πρόσβασης σε βοήθεια με θεραπεία για ψυχικές ασθένειες ή εξαρτήσεις. Κεντρικό ρόλο σε αυτή την αλλαγή έχει το Cicero Institute, το συντηρητικό think tank που ίδρυσε ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής τεχνολογίας Τζο Λόνσντεϊλ.

Το Cicero ξεκίνησε πριν από οκτώ χρόνια με γενικούς στόχους γύρω από την «ελευθερία, τη λογοδοσία και τη διαφάνεια» και χωρίς ιδιαίτερη ενασχόληση με την αστεγία. Σήμερα, όμως, έχει εξελιχθεί σε έναν από τους βασικότερους διαμορφωτές της Ρεπουμπλικανικής πολιτικής στο θέμα. Τα τελευταία χρόνια, 21 πολιτείες εξέτασαν απαγορεύσεις κατασκήνωσης ή άλλα μέτρα που προώθησε το Ινστιτούτο και 16 τα υιοθέτησαν.

Η επιρροή του δεν περιορίζεται στις πολιτείες. Το Cicero συνεργάζεται με την κυβέρνηση Τραμπ για να μετατοπίσει την ομοσπονδιακή πολιτική από το μοντέλο "Housing First", που δίνει προτεραιότητα στην παροχή μόνιμης στέγασης με προαιρετική θεραπεία, προς ένα μοντέλο προσωρινής στέγασης και υποχρεωτικής θεραπείας για εξαρτήσεις ή ψυχικές διαταραχές. Η προσέγγιση αυτή αποτυπώθηκε σχεδόν αυτούσια σε εκτελεστικό διάταγμα του Ντόναλντ Τραμπ, γεγονός που ο ίδιος ο Λόνσντεϊλ αναγνωρίζει ως ένδειξη της επιρροής του Ινστιτούτου.

Η αλλαγή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αστεγία έχει αυξηθεί σημαντικά. Ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν χωρίς στέγη και εκτός καταφυγίων έχει αυξηθεί περισσότερο από 50% μέσα σε μία δεκαετία, φτάνοντας περίπου τους 266.000. Το Cicero αξιοποίησε αυτή την επιδείνωση για να αμφισβητήσει το υφιστάμενο μοντέλο και να παρουσιάσει τις απαγορεύσεις δημόσιου ύπνου ως μέτρο «λογοδοσίας» και ως κίνητρο για θεραπεία.

Ο Λόνσντεϊλ, 43 ετών, συνιδρυτής της Palantir και επενδυτής τεχνολογίας, διαθέτει περιουσία που το Forbes υπολογίζει σε περίπου 3,5 δισ. δολάρια, αλλά δεν έχει επαγγελματική εμπειρία στις υπηρεσίες για αστέγους. Η πολιτική του σκέψη επηρεάστηκε από την Άιν Ραντ και την αυστριακή σχολή οικονομικών, ενώ από τα φοιτητικά του χρόνια στο Stanford υιοθέτησε έντονα αντικρατική και συντηρητική στάση. Στην υπόθεση της αστεγίας, υποστηρίζει ότι η συμβατική τεχνογνωσία έχει αποτύχει και ότι η δική του οπτική, μαζί με μια ομάδα νεότερων αναλυτών, μπορεί να προσφέρει διαφορετικές λύσεις.

Η στροφή του Cicero στην αστεγία ξεκίνησε ουσιαστικά όταν ένας αναλυτής του Ινστιτούτου, ο Τζατζ Γκλοκ, άρχισε να ασχολείται με τις κατασκηνώσεις αστέγων. Η θεματολογία απέκτησε γρήγορα απήχηση. Ο Λόνσντεϊλ, αφού μετακόμισε από το Σαν Φρανσίσκο στο Όστιν, χρηματοδότησε με 40.000 δολάρια εκστρατεία για την επαναφορά της απαγόρευσης κατασκήνωσης στην πόλη. Η επιτυχία της πρωτοβουλίας και η απαγόρευση που υιοθέτησε το Τέξας το 2021 έδωσαν στο Cicero ένα «μοντέλο» για να το μεταφέρει σε άλλες πολιτείες.

Το Ινστιτούτο εκμεταλλεύθηκε επίσης ένα κενό στην πολιτική υποστήριξη των πολιτειακών νομοθετών. Σε πολλές πολιτείες οι Ρεπουμπλικανοί διέθεταν τον έλεγχο τόσο των κυβερνητών, όσο και των νομοθετικών σωμάτων, ενώ οι βουλευτές είχαν περιορισμένο προσωπικό για τη σύνταξη πολιτικών προτάσεων. Το Cicero προσέφερε έτοιμα νομοσχέδια, δημοσκοπήσεις, λομπίστες και πολιτική υποστήριξη, λειτουργώντας ουσιαστικά ως εξωτερικό επιτελείο. Η χρηματοδότηση από τον Λόνσντεϊλ ενίσχυσε την προσπάθεια, ενώ η προσωπική του εταιρεία είχε δώσει 1 εκατ. δολάρια το 2024 σε πολιτική επιτροπή που στήριζε τον Τραμπ.

Το επιχείρημα ότι "οι απαγορεύσεις οδηγούν τους ανθρώπους στη θεραπεία", ωστόσο, αμφισβητείται έντονα. Ειδικοί στην αστεγία επισημαίνουν ότι δεν υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές ενδείξεις πως τα πρόστιμα ή η απειλή σύλληψης οδηγούν αποτελεσματικά σε θεραπεία, ιδιαίτερα όταν οι διαθέσιμες υπηρεσίες ψυχικής υγείας και απεξάρτησης είναι ήδη ανεπαρκείς. Το μοντέλο "θεραπείας πρώτα", στο οποίο βασίζεται η Cicero, δεν έχει επίσης μελετηθεί με την ίδια αυστηρότητα με το Housing First.

Τα διαθέσιμα στοιχεία για το Housing First είναι πιο περίπλοκα. Έρευνες δείχνουν ότι το μοντέλο είναι αποτελεσματικό στο να εξασφαλίζει στέγαση, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, για ανθρώπους που αντιμετωπίζουν χρόνια αστεγία, χωρίς όμως να έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει σταθερά την ψυχική ή σωματική υγεία ή μειώνει τη θνησιμότητα. Το βασικό πρόβλημα, σύμφωνα με ερευνητές, είναι και η χρηματοδότηση: σε εθνικό επίπεδο, μόλις το 13% των ανθρώπων με χρόνια αστεγία έλαβε βοήθεια για στέγαση σε ένα έτος, ενώ στους βετεράνους το αντίστοιχο ποσοστό έφτασε το 48%, σε ένα πρόγραμμα που ακολουθεί τις αρχές του Housing First. Η αστεγία μεταξύ των βετεράνων έχει μειωθεί περισσότερο από το μισό από το 2010.

Η επιρροή του Cicero έγινε ιδιαίτερα εμφανής στην Ουάσιγκτον μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Το εκτελεστικό διάταγμα για την αστεγία υιοθέτησε βασικές θέσεις του Ινστιτούτου: αμφισβήτησε το Housing First, ζήτησε αυστηρότερη εφαρμογή απαγορεύσεων κατασκήνωσης και τάχθηκε υπέρ περισσότερων υποχρεωτικών εγκλεισμών ανθρώπων με ψυχικές ασθένειες. Στη συνέχεια, το υπουργείο Στέγασης και Αστικής Ανάπτυξης επιχείρησε να μεταφέρει περίπου τα δύο τρίτα της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης σε προγράμματα περιορισμένης διάρκειας, με προϋποθέσεις εργασίας ή υποχρεωτικής θεραπείας.

Η προσπάθεια προσέκρουσε στη Δικαιοσύνη. Ομοσπονδιακός δικαστής μπλόκαρε τόσο την αρχική, όσο και την αναθεωρημένη εκδοχή της μεταρρύθμισης, κρίνοντας ότι υπήρχαν διαδικαστικά προβλήματα, ενώ οι αντίπαλοι της πολιτικής υποστηρίζουν ότι τόσο μεγάλη αλλαγή στη χρήση των κονδυλίων απαιτεί απόφαση του Κογκρέσου. Προειδοποιούν επίσης ότι έως και 170.000 άνθρωποι που είχαν βρει στέγη θα μπορούσαν να τη χάσουν. Μέχρι να κριθούν οι εφέσεις, τα κονδύλια συνεχίζουν να διατίθενται με τους κανόνες που ίσχυαν πριν από τον Τραμπ.

Η αλλαγή στάσης αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά στην Ιντιάνα. Το Cicero είχε προσπαθήσει δύο φορές χωρίς επιτυχία να περάσει απαγόρευση ύπνου στους δρόμους. Η τρίτη προσπάθεια, όμως, έγινε μετά το εκτελεστικό διάταγμα του Τραμπ, με τον κυβερνήτη να στηρίζει το μέτρο και πολιτειακούς νομοθέτες να έχουν προηγουμένως συμμετάσχει σε συνέδριο του Ινστιτούτου. Ακόμη και ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρον Άλτινγκ, που έναν χρόνο νωρίτερα είχε δηλώσει ότι θα αντιταχθεί στην απαγόρευση «μέχρι θανάτου», άλλαξε στάση όταν ο κυβερνήτης δεσμεύτηκε να χρηματοδοτήσει την κάλυψη των αυξημένων αναγκών ψυχικής υγείας στις φυλακές.

Η περίπτωση της Ιντιάνα δείχνει πώς η πολιτική για την αστεγία μετακινήθηκε από μια επί χρόνια δικομματική συναίνεση προς μια πολύ πιο σκληρή προσέγγιση. Το Cicero κατάφερε να συνδυάσει την αυξανόμενη κοινωνική αγανάκτηση για τις κατασκηνώσεις, την πολιτική ισχύ των Ρεπουμπλικανών στις πολιτείες, τη χρηματοδότηση ενός δισεκατομμυριούχου και την υποστήριξη του Λευκού Οίκου.

Το αποτέλεσμα είναι ότι μια συγκεκριμένη ιδεολογική προσέγγιση, που μέχρι πρόσφατα δεν αποτελούσε σαφή συντηρητική θέση για την αστεγία, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της ομοσπονδιακής πολιτικής, παρά το γεγονός ότι η αποτελεσματικότητα των βασικών της εργαλείων, από τις απαγορεύσεις έως την υποχρεωτική θεραπεία, παραμένει σε μεγάλο βαθμό αναπόδεικτη.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα