Σε μια απομακρυσμένη γωνιά της Γροιλανδίας, δίπλα σε ένα βαθύ φιόρδ και έναν μικρό οικισμό με αεροδρόμιο, σχεδιάζεται ένα από τα πιο φιλόδοξα έργα ψηφιακών υποδομών παγκοσμίως. Το σχέδιο αφορά την κατασκευή ενός υπερμεγέθους data center, ικανού να φτάσει ισχύ 1,5 γιγαβάτ έως το τέλος του 2028, μέγεθος που θα το καθιστούσε πολλαπλάσιο οποιασδήποτε ενεργής εγκατάστασης σήμερα.
Το εγχείρημα προωθείται από σχήμα στο οποίο συμμετέχουν πρόσωπα με ισχυρούς δεσμούς με την πρώτη κυβέρνηση Τραμπ και εντάσσεται στον παγκόσμιο αγώνα των μεγάλων τεχνολογικών ομίλων να εξασφαλίσουν υπολογιστική ισχύ για την επόμενη φάση της τεχνητής νοημοσύνης.
Πίσω από το σχέδιο βρίσκεται ο Ντρου Χορν, πρώην ανώτερος σύμβουλος του Μάικ Πενς και νυν διευθύνων σύμβουλος της GreenMet, εταιρείας που παρέχει στρατηγική υποστήριξη στο εγχείρημα.
Στη GreenMet συμμετέχουν και άλλα πρόσωπα από τον στενό κύκλο του Τραμπ: ο Τζορτζ Σόριαλ, πρώην ανώτατο στέλεχος του Trump Organization και ο Κιθ Σίλερ, επί χρόνια σωματοφύλακας του Τραμπ και διευθυντής λειτουργιών του Οβάλ Γραφείου, παραμένουν μέτοχοι, αν και δηλώνουν παθητική εμπλοκή.
Σε μια περίοδο όπου οι hyperscalers επενδύουν δεκάδες δισ. δολάρια σε data centers ανά τον κόσμο, η Γροιλανδία εμφανίζεται ως μια απροσδόκητη αλλά στρατηγική επιλογή.
Ένα έργο κολοσσιαίας κλίμακας
Το σχέδιο προβλέπει ότι η εγκατάσταση θα ξεκινήσει να λειτουργεί με ισχύ 300 μεγαβάτ έως τα μέσα του 2027, πριν επεκταθεί σταδιακά στο πλήρες δυναμικό της. Το κόστος υπολογίζεται σε αρκετά δισ. δολάρια, με δεσμευτική χρηματοδότηση, σε μορφή ιδίων κεφαλαίων και δανεισμού, να καλύπτει σημαντικό μέρος τόσο της αρχικής όσο και της τελικής φάσης, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλιστούν όλες οι απαραίτητες άδειες.
Ωστόσο, το έργο παραμένει ακόμη στα χαρτιά. Δεν έχει παραχωρηθεί γη, ούτε έχουν δοθεί εγκρίσεις από τις τοπικές αρχές, ενώ κρίσιμες αποφάσεις εκκρεμούν τόσο σε επίπεδο Γροιλανδίας, όσο και Δανίας, στην οποία υπάγεται η αυτόνομη περιοχή.
Το ενδιαφέρον για τη Γροιλανδία έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα, καθώς η περιοχή έχει βρεθεί στο επίκεντρο γεωπολιτικών συζητήσεων γύρω από κρίσιμα ορυκτά, υδάτινους πόρους και στρατηγική θέση στην Αρκτική. Παρά τις θεωρητικές δυνατότητες, οι περιορισμένες υποδομές και οι ακραίες κλιματικές συνθήκες αποτελούν σημαντικά εμπόδια για κάθε μεγάλης κλίμακας επένδυση.
Στην περίπτωση των data centers, το ψυχρό κλίμα προσφέρει ένα σαφές πλεονέκτημα: τη φυσική ψύξη των servers, μειώνοντας το ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, περίπου το 70% της ηλεκτρικής ενέργειας της Γροιλανδίας προέρχεται ήδη από υδροηλεκτρικά έργα, στοιχείο που ενισχύει το αφήγημα της «πράσινης» υποδομής.
Το ενεργειακό στοίχημα
Η πρόσβαση σε ενέργεια αποτελεί τον μεγαλύτερο γρίφο. Για την πρώτη φάση προβλέπεται η χρήση πλωτών μονάδων με LNG (υγροποιημένο φυσικό αέριο), αγκυροβολημένων στο φιόρδ. Για τη δεύτερη, σχεδιάζεται η κατασκευή νέας υδροηλεκτρικής εγκατάστασης που θα τροφοδοτεί το data center στο μέγιστο φορτίο του.
Και οι δύο λύσεις απαιτούν πολύπλοκες αδειοδοτήσεις και πολιτική συναίνεση, ενώ δεν λείπουν οι ανησυχίες για το αν ένα τόσο μεγάλο έργο μπορεί να ενσωματωθεί ομαλά στο τοπικό ενεργειακό σύστημα, χωρίς να επηρεάσει την εγχώρια κατανάλωση ή το περιβάλλον.
Οι υποστηρικτές του σχεδίου επισημαίνουν τα φυσικά πλεονεκτήματα της Αρκτικής: άφθονη υδροηλεκτρική ενέργεια και φυσική ψύξη χάρη στις χαμηλές θερμοκρασίες. Οι επικριτές, όμως, προειδοποιούν για το κόστος, τη σύντομη κατασκευαστική περίοδο και τις τεχνικές προκλήσεις της οικοδόμησης πάνω σε παγωμένο έδαφος που μπορεί να υποχωρήσει από τη θερμότητα των διακομιστών.
Τεχνολογία, πολιτική και αβεβαιότητα
Το εγχείρημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή οικονομικό. Βρίσκεται στη διασταύρωση τεχνολογίας και γεωπολιτικής. Οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Δανία και τη Γροιλανδία, οι συζητήσεις για αμερικανική στρατιωτική και οικονομική παρουσία στην περιοχή και οι ευρύτερες ισορροπίες στην Αρκτική προσθέτουν ένα διπλωματικό βάρος που ξεπερνά τα όρια μιας ιδιωτικής επένδυσης.
Ταυτόχρονα, η ταχεία εξέλιξη της τεχνολογίας θέτει ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα τέτοιων εγκαταστάσεων. Νεότερες γενιές chips υπόσχονται χαμηλότερες ανάγκες ψύξης και κατανάλωσης ενέργειας, κάτι που θα μπορούσε να περιορίσει το συγκριτικό πλεονέκτημα ακραίων γεωγραφικών τοποθεσιών.
Το σχέδιο για το data center στη Γροιλανδία συμπυκνώνει τις αντιφάσεις της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης: απεριόριστη φιλοδοξία, τεράστιες ενεργειακές απαιτήσεις και βαθιά εμπλοκή της πολιτικής. Το αν θα εξελιχθεί σε υπόδειγμα ψηφιακής υποδομής του μέλλοντος ή σε μια φιλόδοξη ιδέα που σκοντάφτει στην πραγματικότητα της Αρκτικής παραμένει ανοιχτό.
Σε κάθε περίπτωση, η Γροιλανδία δεν είναι πλέον απλώς ένα λευκό σημείο στον χάρτη, αλλά μέρος της παγκόσμιας συζήτησης για πολλούς λόγους. Ανάμεσα σε αυτούς και το πού -και με ποιο κόστος- θα χτιστεί η επόμενη γενιά της τεχνολογίας.