Για μια σημαντική αλλαγή στη διαδικασία ανοίγματος λογαριασμών καλούνται να προετοιμαστούν οι αμερικανικές τράπεζες, καθώς, όπως γνωστοποίησε ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, η κυβέρνηση Τραμπ προχωρά σε σχέδιο υποχρεωτικής συλλογής στοιχείων υπηκοότητας από τους πελάτες των τραπεζών.
Μιλώντας στη Σάρα Άιζεν του CNBC στο πλαίσιο του συνεδρίου Invest in America Forum στην Ουάσιγκτον, ο Μπέσεντ έστειλε σαφές μήνυμα προς τον τραπεζικό κλάδο: «Αν το υπουργείο Οικονομικών και οι τραπεζικές εποπτικές αρχές πουν ότι είναι δουλειά τους, τότε είναι δουλειά τους».
Η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει εδώ και μήνες την έκδοση εκτελεστικού διατάγματος που θα υποχρεώνει τις τράπεζες να ζητούν πρόσθετα έγγραφα από τους πελάτες τους, ώστε να επιβεβαιώνεται η υπηκοότητα ή το μεταναστευτικό καθεστώς τους.
Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, ο Μπέσεντ δήλωσε σε συνέντευξή του στο Semafor ότι το σχετικό διάταγμα «βρίσκεται σε διαδικασία επεξεργασίας», ένδειξη ότι η πρωτοβουλία περνά πλέον σε πιο ώριμο στάδιο.
Το μέτρο εντάσσεται στη συνολικότερη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ να συνδέσει τη μεταναστευτική πολιτική με την καταγραφή στοιχείων στις ΗΠΑ, σε τομείς όπως η ψηφοφορία και η απογραφή πληθυσμού.
Τι ισχύει σήμερα
Σήμερα, στις ΗΠΑ δεν απαιτούνται έγγραφα υπηκοότητας για το άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού. Οι τράπεζες υποχρεούνται να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών μέσω των κανόνων «Γνώρισε τον Πελάτη σου» (Know Your Customer – KYC), που αποσκοπούν στην πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, απάτης και άλλων οικονομικών εγκλημάτων.
Το υφιστάμενο πλαίσιο, που στηρίζεται μεταξύ άλλων στον Νόμο Τραπεζικού Απορρήτου και στον νόμο USA PATRIOT Act, απαιτεί από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να συλλέγουν στοιχεία όπως:
- ονοματεπώνυμο
- αριθμό κοινωνικής ασφάλισης
- ατομικό φορολογικό αριθμό (ITIN)
- ημερομηνία γέννησης
- διεύθυνση κατοικίας
Ωστόσο, για τον Μπέσεντ αυτά δεν αρκούν.
«Γιατί άγνωστοι αλλοδαποί μπορούν να ανοίγουν τραπεζικό λογαριασμό; Πώς γνωρίζεις τον πελάτη σου, αν δεν ξέρεις αν βρίσκεται νόμιμα ή παράνομα στη χώρα, αν είναι πολίτης των ΗΠΑ ή κάτοχος πράσινης κάρτας;» ανέφερε χαρακτηριστικά.
Στήριξη από Ρεπουμπλικάνους
Η πρόταση έχει ήδη πολιτική στήριξη από Ρεπουμπλικάνους βουλευτές και γερουσιαστές.
Τον Μάρτιο, ο γερουσιαστής Τομ Κότον από την Αλάσκα κατέθεσε νομοσχέδιο που θα απαιτεί από τράπεζες και πιστωτικές ενώσεις με ασφάλιση από την FDIC ή την NCUA να επαληθεύουν ότι κάθε νέος πελάτης είναι πολίτης των ΗΠΑ, μόνιμος κάτοικος, ή βρίσκεται στη χώρα με έγκυρη βίζα.
Το σχέδιο προβλέπει και πρόσθετο έλεγχο νομιμότητας παραμονής.
Ο Μπέσεντ έχει επίσης διευκρινίσει ότι τα Real ID (ένα ομοσπονδιακό πρότυπο ασφαλείας για άδειες οδήγησης και κρατικές ταυτότητες) δεν θα θεωρούνται επαρκή νομικά έγγραφα στο πλαίσιο του νέου καθεστώτος.
Οι οικονομικές αντιρρήσεις
Τράπεζες, αλλά και αναλυτές πολιτικής προειδοποιούν ότι ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να έχει σοβαρές οικονομικές παρενέργειες. Όπως επισημαίνουν:
Η δυνατότητα μη πολιτών – ακόμη και παράτυπων μεταναστών – να ανοίγουν νόμιμα λογαριασμό μέσω φορολογικού αριθμού ITIN επιτρέπει την πληρωμή φόρων, τη συμμετοχή στο επίσημο οικονομικό σύστημα, τη μείωση της παραοικονομίας με μετρητά, μεγαλύτερη κοινωνική και οικονομική κινητικότητα.
Η κατάσταση του «unbanked» – όσων δεν έχουν πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες – συνδέεται συχνά με χαμηλότερες ευκαιρίες οικονομικής ανέλιξης και μικρότερη συμβολή στην ανάπτυξη.
Δισεκατομμύρια δολάρια σε κόστος συμμόρφωσης
Σύμφωνα με ανάλυση του κεντροδεξιού think tank American Action Forum, η επιβολή υποχρεωτικής επαλήθευσης υπηκοότητας θα μπορούσε να προσθέσει από 30 έως 70 εκατ. ώρες γραφειοκρατικής εργασίας και κόστος από 2,6 έως 5,6 δισ. δολάρια για τις τράπεζες.
Όπως επισημαίνεται, ο έλεγχος νέων λογαριασμών είναι μόνο η αρχή, καθώς πολύ μεγαλύτερο ερώτημα αποτελεί το πώς θα ελεγχθούν οι ήδη υφιστάμενοι πελάτες.
Παρά τις αντιδράσεις, ο υπουργός Οικονομικών εμφανίστηκε αμετακίνητος, δηλώνοντας στο CNBC ότι οι παράτυποι μετανάστες «δεν έχουν δικαίωμα να βρίσκονται στο τραπεζικό σύστημα».
Η νέα αυτή πρωτοβουλία προμηνύει ακόμη ένα μέτωπο σύγκρουσης ανάμεσα στην κυβέρνηση Τραμπ, τον τραπεζικό κλάδο και τις οργανώσεις δικαιωμάτων, με πιθανές συνέπειες τόσο για το χρηματοπιστωτικό σύστημα όσο και για την αμερικανική οικονομία συνολικά.