Υγεία

Πολυφαρμακία: Τρεις στις δέκα επείγουσες εισαγωγές ηλικιωμένων συνδέονται με τα φάρμακα


Πέντε, έξι, επτά, ακόμη και περισσότερα φάρμακα την ημέρα για πολλούς ηλικιωμένους αποτελούν μέρος της καθημερινότητας. Όμως, πίσω από μια φαινομενικά «κανονική» φαρμακευτική αγωγή μπορεί να κρύβεται ένας σοβαρός και συχνά υποτιμημένος κίνδυνος: η πολυφαρμακία.

α στοιχεία είναι αποκαλυπτικά: Έως και τρεις στις δέκα επείγουσες εισαγωγές ηλικιωμένων στο νοσοκομείο σχετίζονται με τη φαρμακευτική τους αγωγή, ενώ περισσότεροι από επτά στους δέκα ανθρώπους της τρίτης ηλικίας που βρίσκονται σε καθεστώς πολυφαρμακίας λαμβάνουν τουλάχιστον ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο. Τι σημαίνει, όμως, πραγματικά πολυφαρμακία; Πότε τα πολλά φάρμακα είναι αναγκαία και πότε απειλούν τη ζωή του ασθενή; Ποια σκευάσματα χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή και ποιος πρέπει να αναλαμβάνει τον τακτικό έλεγχο της αγωγής;

Στα ερωτήματα αυτά απαντά, με συνέντευξη της στο Πρακτορείο Fm και στην Τάνια Μαντουβάλου η καθηγήτρια Κλινικής Φαρμακολογίας στο ΑΠΘ, μαιευτήρας-γυναικολόγος με εξειδίκευση στην Κλινική Φαρμακολογία, Χρυσάνθη Σαρδέλλη, η οποία εξηγεί γιατί η πολυφαρμακία δεν είναι απλώς θέμα αριθμού φαρμάκων, αλλά πρωτίστως θέμα ασφάλειας, αλληλεπιδράσεων και ορθής επιλογής της θεραπείας.

Ο μέσος όρος πολυφαρμακίας στην Ευρώπη για άτομα άνω των 65 ετών είναι 36,2%

Η κ. Σαρδέλλη εξηγεί ότι ως πολυφαρμακία ορίζεται η ταυτόχρονη χρήση πολλαπλών φαρμάκων από έναν ασθενή, η οποία συνήθως στην κλινική πρακτική και την έρευνα αφορά την ταυτόχρονη λήψη πέντε ή περισσότερων φαρμάκων καθημερινά. Αυτό περιλαμβάνει συνταγογραφούμενα φάρμακα, προϊόντα που διατίθενται χωρίς ιατρική συνταγή και φυτικά ή άλλα συμπληρωματικά σκευάσματα. Στον αριθμό αυτό, διευκρινίζει, δεν θα πρέπει να υπολογίζονται μόνο τα συνταγογραφούμενα φάρμακα, αλλά και τα μη συνταγογραφούμενα σκευάσματα, τα φυτικά προϊόντα και τα συμπληρώματα. Ποια είναι όμως, τα επιδημιολογικά δεδομένα που έχουμε αυτή τη στιγμή για την πολυφαρμακία;

«Σύμφωνα με τη διεθνή μελέτη γήρανσης SHARE, η οποία δημοσιεύθηκε στις αρχές του 2025, ο μέσος όρος πολυφαρμακίας στην Ευρώπη για άτομα άνω των 65 ετών είναι 36,2%. Η Ελλάδα, παραδόξως, εμφανίζεται σε αυτή τη συγκεκριμένη ευρωπαϊκή καταγραφή ανάμεσα στις χώρες με τη χαμηλότερη σχετική συχνότητα συγκριτικά με κράτη όπως η Πορτογαλία ή η Πολωνία, κάτι που ωστόσο έρχεται συχνά σε αντίθεση με την υψηλή κατά κεφαλήν δαπάνη και κατανάλωση σκευασμάτων.

Άλλα δεδομένα, όπως μελέτη σε ΚΑΠΗ του νομού Αχαΐας, ανεβάζουν το ποσοστό ατόμων άνω των 65 ετών που λάμβάνουν περισσότερα από 5 φάρμακα σε 45,8%, ενώ μελέτη σε αστικούς πληθυσμούς της Αθήνας και Θεσσαλονίκης ηλικίας άνω των 60 ετών ανεβάζει αυτό το ποσοστό σε 56,5%. Υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία αναφορικά με το πώς εξελίσσεται η πολυφαρμακία διαχρονικά και αυτή φαίνεται να βαίνει αυξανόμενη».

Πτώσεις, γνωστική έκπτωση και νοσηλεία

Η πολυφαρμακία, σύμφωνα με την καθηγήτρια, μπορεί να συνδέεται με μια σειρά προβλημάτων που είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικά για έναν ηλικιωμένο. «Συνήθως προκαλεί πτώσεις, ευθραυστότητα, ανεπιθύμητες ενέργειες, αλληλεπιδράσεις φαρμάκων, γνωστική έκπτωση, καταστάσεις που είναι ούτως ή άλλως επιβαρυντικές για την υγεία τους και συχνά καταλήγουν σε νοσηλεία, με τους κινδύνους να αυξάνονται επιπλέον και με την έκθεση σε κίνδυνο ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων και άλλων κινδύνων.

Εν γένει, η πολυφαρμακία, ακόμη και όταν ενδείκνυται συνδέεται με ελάττωση της ποιότητας ζωής και της συμμόρφωσης με τη φαρμακοθεραπεία». Υπάρχουν στοιχεία για το πόσες νοσηλείες ηλικιωμένων οφείλονται σε ανεπιθύμητες ενέργειες ή προβλήματα από φάρμακα και πόσες από αυτές θα μπορούσαν ενδεχομένως να είχαν αποφευχθεί, προκύπτει εύλογα το ερώτημα.

«Μεγάλες ευρωπαϊκές μεταναλύσεις επιβεβαιώνουν ότι σταθερά 1 στις 10 εισαγωγές (περίπου 10-12%) ηλικιωμένων ασθενών στα νοσοκομεία προκαλείται από ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων. Στοχευμένη προοπτική μελέτη σε ελληνικό νοσοκομείο έδειξε πως το 12,8% των συνολικών εισαγωγών σχετιζόταν άμεσα με ανεπιθύμητες ενέργειες φαρμάκων. Γενικότερα, τα ελληνικά δεδομένα ευθυγραμμίζονται με τη διεθνή βιβλιογραφία, δείχνοντας ότι έως και το 30% των μη προγραμματισμένων/επειγουσών εισαγωγών ατόμων της τρίτης ηλικίας σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τη φαρμακευτική τους αγωγή».

Στα γηροκομεία τα ποσοστά χρήσης ακατάλληλων φαρμάκων εκτινάσσονται στο 90,2%

Πόσο συχνά η πολυφαρμακία συνδέεται με δυνητικά ακατάλληλα φάρμακα; Και ποια είναι τα συνηθέστερα φάρμακα ή κατηγορίες φαρμάκων που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή στους ηλικιωμένους, είναι το επόμενο ερώτημα που τέθηκε στην κ. Σαρδέλη. «Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει συχνά. Όταν ένας ηλικιωμένος εισέρχεται σε καθεστώς πολυφαρμακίας, οι πιθανότητες να του συνταγογραφηθεί ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο υπερδιπλασιάζονται (αύξηση κατά 2,09 φορές) συγκριτικά με ασθενείς που παίρνουν λιγότερα σκευάσματα.

Μετα-αναλύσεις δείχνουν ότι μεταξύ των ηλικιωμένων σε πολυφαρμακία, το 39,6% έως 74% λαμβάνει ταυτόχρονα τουλάχιστον ένα δυνητικά ακατάλληλο φάρμακο. Σε δομές μακροχρόνιας φροντίδας και γηροκομεία, δομές υγείας όπου η πολυφαρμακία αγγίζει το 85%-93%, τα ποσοστά χρήσης ακατάλληλων φαρμάκων εκτινάσσονται στο 90,2%.

Σχεδόν κάθε ασθενής με βαριά πολυφαρμακία σε αυτές τις δομές παίρνει και ένα σκεύασμα που θα έπρεπε να είχε αποφευχθεί. Όπως αναφέρει η καθηγήτρια υπάρχουν ειδικοί κατάλογοι φαρμάκων στους οποίους μπορούν να ανατρέχουν οι επαγγελματίες υγείας προκειμένου να συνταγογραφούν με ασφάλεια φάρμακα σε άτομα άνω των 65 ετών.

«Σε αυτούς τους καταλόγους περιλαμβάνονται περίπου 100 φάρμακα, ή κατηγορίες φαρμάκων, από αναλγητικά και αντιβιοτικά έως φάρμακα για το ΚΝΣ το διαβήτη για γαστροπροστασία, κλπ, τα οποία συνταγογραφούνται συχνά σε ηλικιωμένους και τα οποία ευθύνονται για το μεγαλύτερο ποσοστό επιπλοκών σε αυτό τον ηλικιακό πληθυσμό».

Ποιος πρέπει να ελέγχει την αγωγή και πόσο συχνά

Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο της φαρμακευτικής αγωγής, η καθηγήτρια σημειώνει ότι για τα συνταγογραφούμενα φάρμακα την ευθύνη έχει ο εκάστοτε γιατρός που εκδίδει τη συνταγή και ο φαρμακοποιός που την εκτελεί, ενώ για τα προϊόντα που διατίθενται χωρίς ιατρική συνταγή και τα φυτικά ή άλλα συμπληρωματικά σκευάσματα οι φαρμακοποιοί που τα διαθέτουν.

«Έχει αποδειχθεί όμως πως η καταφυγή σε πολλούς διαφορετικούς γιατρούς ή φαρμακεία αυξάνει τον κίνδυνο πολυφαρμακίας και επιπλοκών που σχετίζονται με αυτήν, οπότε είθισται, στις χώρες που έχουν τέτοια συστήματα, να προτείνεται ο έλεγχος της φαρμακοθεραπείας επιλεγμένων ασθενών που βρίσκονται σε κίνδυνο λόγω πολυφαρμακίας, να γίνεται ετησίως, είτε από τον οικογενειακό ιατρό τους, είτε εφόσον υπάρχει η δυνατότητα, από κλινικό φαρμακολόγο.

Προφανώς, αυτό απαιτεί χρόνο και κοστίζει, όποιος γιατρός και να το αναλαμβάνει. Η μελέτη των τρεχουσών φαρμακοθεραπειών και η ενδεδειγμένη τροποποίηση τους από κλινικούς φαρμακολόγους είναι κάτι που δοκιμάζεται σε χώρες της Σκανδιναβίας και φαίνεται πως αποτελεί το καλύτερο μοντέλο.

Γιατί είναι κρίσιμος ο ρόλος του φαρμακοποιού

Ιδιαίτερα σημαντικός είναι, σύμφωνα με την κ. Σαρδέλη, ο ρόλος του φαρμακοποιού.«Ο ρόλος των φαρμακοποιών είναι πολύ σημαντικός είτε εκτελούν τις ιατρικές συνταγές, είτε διαθέτουν προϊόντα που διατίθενται χωρίς ιατρική συνταγή και τα φυτικά ή άλλα συμπληρωματικά σκευάσματα. Στην πρώτη περίπτωση πριν χορηγήσουν τα συνταγογραφημένα σκευάσματα στους ασθενείς, ελέγχουν την ιατρική εντολή ως προς την ορθότητά της, διαπιστώνουν αν ο ασθενής είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει το συνταγογραφημένο φάρμακο και φυσικά οφείλουν να παρεμβαίνουν επικοινωνώντας με τον γιατρό που εξέδωσε την συνταγή, όταν διαπιστώσουν ασυμβατότητα μεταξύ των συνταγογραφούμενων φαρμάκων ή άλλο πρόβλημα που θα θέσει σε κίνδυνο την υγεία του ασθενή και την θεραπεία του.

Στη δεύτερη περίπτωση γίνεται σαφές πως οι ευθύνες των φαρμακοποιών είναι ακόμη μεγαλύτερες διότι πρέπει και να κάνουν ορθή επιλογή του μη συνταγογραφούμενου σκευάσματος που χορηγούν στον ασθενή, αλλά και να δώσουν οδηγίες για την ορθή χρήση του και να διασφαλίσουν πως αυτό δεν αντενδείκνυται για τον εν λόγω ασθενή, είτε λόγω της υγείας του, είτε λόγω άλλων θεραπειών που λαμβάνει.

Άρα, χρειάζεται πολύ καλή γνώση, έλεγχος του ιατρικού και φαρμακευτικού ιστορικού, τήρηση λεπτομερών αρχείων και φυσικά αποφυγή χορήγησης σκευασμάτων απλώς γιατί τα ζητάει ο ασθενής, ή γιατί έχουν συνταγογραφηθεί σε άλλους ασθενείς τους οποίους κρίνει ο φαρμακοποιός πως μοιάζουν με αυτόν που έχει απέναντι του. Τέλος, χρειάζεται απευθείας επικοινωνία με τον θεράποντα ιατρό ώστε να συζητούνται σχετικά ζητήματα και να διορθώνονται τυχόν λάθη ή παραλείψεις».

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα