Άμυνα & Διπλωματία

Ο Τραμπ αναγνωρίζει την Κίνα ως ισότιμη δύναμη. Αυτό ανησυχεί πολλούς


Προσέγγιση με τον Σι, πάγωμα εξοπλισμών της Ταϊβάν και η γλώσσα της «στρατηγικής σταθερότητας» ανησυχούν από το Ν. Δελχί έως την Ταϊπέι

Ένα νέο δόγμα στις αμερικανοκινεζικές σχέσεις αρχίζει να διαμορφώνεται στην Ουάσιγκτον. Η κυβέρνηση Τραμπ εγκαταλείπει σταδιακά τη συγκρουσιακή προσέγγιση της προηγούμενης περιόδου και υιοθετεί μια λογική συνύπαρξης με το Πεκίνο ως ισότιμη δύναμη. Η αλλαγή προκαλεί έντονο προβληματισμό σε συμμάχους των ΗΠΑ στην Ασία, οι οποίοι προσπαθούν να κατανοήσουν τι σημαίνει για την ασφάλεια της περιοχής, αλλά και για το μέλλον της Ταϊβάν.

Η στροφή αυτή αποτυπώνεται ακόμη και στη γλώσσα της διπλωματίας. Όλα ξεκίνησαν, σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, από μια διατύπωση που χρησιμοποίησε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο μετά από συνάντησή του με τον κορυφαίο διπλωμάτη της Κίνας στη Μαλαισία το περασμένο καλοκαίρι. Τότε μίλησε για μια «ευκαιρία στρατηγικής σταθερότητας» στις σχέσεις των δύο χωρών.

Η φράση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Ωστόσο, το Πεκίνο την υιοθέτησε και πρότεινε μια ακόμη πιο φιλόδοξη εκδοχή: «εποικοδομητική στρατηγική σταθερότητα».

Ο νέος όρος χρησιμοποιήθηκε επισήμως κατά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο τον Μάιο, σηματοδοτώντας μια νέα φάση στις σινοαμερικανικές σχέσεις.

Από την αντιπαράθεση στη συνύπαρξη

Αν και η συγκεκριμένη διατύπωση ακούγεται τεχνοκρατική, στη διπλωματία τέτοιες φράσεις λειτουργούν ως πολιτικά σήματα.

Το μήνυμα είναι ότι οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες και στρατιωτικές δυνάμεις του κόσμου επιδιώκουν πλέον να διαχειρίζονται τις διαφορές τους, περιορίζοντας τις συγκρούσεις και αναζητώντας πεδία συνεργασίας, κυρίως στο εμπόριο και στο ζήτημα της Ταϊβάν.

Η προσέγγιση αυτή απέχει αισθητά από τη σκληρή γραμμή που είχε υιοθετήσει ο Τραμπ κατά την πρώτη προεδρική του θητεία. Η αλλαγή ήρθε μετά την εμπορική αντιπαράθεση του προηγούμενου έτους, όταν τα κινεζικά αντίμετρα υποχρέωσαν τελικά την Ουάσιγκτον να αναδιπλωθεί σε ορισμένα μέτωπα.=

Στο Πεκίνο, η νέα κατάσταση αντιμετωπίζεται ως σημαντική διπλωματική επιτυχία. Κινέζοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται πολύ πιο δεκτική στις κινεζικές θέσεις απ' ό,τι ανέμεναν αρχικά και θεωρούν ότι τα επόμενα δυόμισι χρόνια προσφέρουν μια ευκαιρία για τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στις ΗΠΑ, ιδιαίτερα στους κύκλους εξωτερικής πολιτικής και εθνικής ασφάλειας.

Η Ταϊβάν στο επίκεντρο των ανησυχιών

Η πιο ανησυχητική πτυχή της νέας πολιτικής για πολλούς συμμάχους των ΗΠΑ αφορά την Ταϊβάν. Με στόχο να μην προκαλέσει ένταση πριν από τη σύνοδο κορυφής με τον Σι, ο Λευκός Οίκος φέρεται να ανέστειλε την προώθηση μεγάλου πακέτου εξοπλισμών προς την Ταϊπέι, παρά το γεγονός ότι αυτό είχε ήδη εγκριθεί από το Κογκρέσο.

Κατά τη διάρκεια των επαφών τους, ο Σι Τζινπίνγκ επανέφερε επανειλημμένα το θέμα των αμερικανικών πωλήσεων όπλων στο νησί. Μετά τη συνάντηση, ο Τραμπ δήλωσε ότι διατηρεί τις πωλήσεις όπλων προς την Ταϊβάν «σε αναστολή» ως διαπραγματευτικό χαρτί στις συνομιλίες με το Πεκίνο.

Ακόμη μεγαλύτερη αίσθηση προκάλεσαν οι δηλώσεις του περί ενός νέου «G2», δηλαδή μιας άτυπης συνύπαρξης δύο ισότιμων υπερδυνάμεων. «Είναι οι δύο μεγάλες χώρες», ανέφερε χαρακτηριστικά σε συνέντευξή του.

Για πολλούς αναλυτές, οι τοποθετήσεις αυτές συνιστούν σαφή αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμου γεωπολιτικού πόλου απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Παράλληλα, ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε να υιοθετεί ορισμένα στοιχεία της κινεζικής επιχειρηματολογίας για την Ταϊβάν, τονίζοντας ότι δεν επιθυμεί την ανεξαρτητοποίηση του νησιού και ότι στόχος του είναι η αποκλιμάκωση των εντάσεων.

Η στάση αυτή έχει προκαλέσει ανησυχία στην Ταϊπέι, αλλά και σε κύκλους της αμερικανικής πολιτικής που θεωρούν ότι υπονομεύει δεκαετίες αμερικανικής στρατηγικής στην περιοχή.

Νέα δεδομένα για Ινδία και συμμάχους των ΗΠΑ

Η μετατόπιση της Ουάσιγκτον δεν επηρεάζει μόνο την Ταϊβάν. Από το Νέο Δελχί έως τη Μανίλα, κυβερνήσεις και διπλωματικοί κύκλοι προσπαθούν να επαναξιολογήσουν τη θέση τους μέσα στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον.=

Η Ινδία, η οποία τα τελευταία χρόνια είχε αναπτύξει στενότερη στρατηγική συνεργασία με τις ΗΠΑ ακριβώς λόγω της κοινής ανησυχίας για την άνοδο της Κίνας, παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τις εξελίξεις.

Αναλυτές επισημαίνουν ότι η αντίληψη της Κίνας ως κοινού στρατηγικού ανταγωνιστή αποτελούσε το βασικό συνεκτικό στοιχείο στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Νέου Δελχί. Εάν αυτό μεταβληθεί, τότε η βάση της συνεργασίας ενδέχεται να χρειαστεί επαναπροσδιορισμό.

Αντίστοιχα ερωτήματα διατυπώνονται και σε άλλες ασιατικές χώρες που είχαν επενδύσει στην αμερικανική παρουσία ως αντίβαρο στην κινεζική ισχύ.

Η στρατιωτική παρουσία παραμένει, το μήνυμα αλλάζει

Παρά τις ανησυχίες, αρκετοί Αμερικανοί αξιωματούχοι επιμένουν ότι η Ουάσιγκτον δεν αποσύρεται από την Ασία. Οι στρατιωτικές δραστηριότητες των ΗΠΑ στην περιοχή συνεχίζονται, ενώ η Διοίκηση Ινδο-Ειρηνικού δημιουργεί νέο κέντρο ανεφοδιασμού και υποστήριξης στο νησιωτικό κράτος Παλάου.

Παράλληλα, οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με συμμάχους ενισχύονται. Η άσκηση Balikatan, που πραγματοποιήθηκε την άνοιξη στις Φιλιππίνες, συγκέντρωσε 17.000 στρατιώτες από επτά χώρες. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο συμμετείχαν ενεργά και ιαπωνικές μάχιμες δυνάμεις, ενώ οι ΗΠΑ δοκίμασαν το πυραυλικό σύστημα Typhon, το οποίο θεωρείται σημαντικό εργαλείο αποτροπής απέναντι στην Κίνα.

Η αντίφαση είναι εμφανής: ενώ η στρατιωτική παρουσία των ΗΠΑ παραμένει ισχυρή, η πολιτική ηγεσία της χώρας εκπέμπει ένα διαφορετικό μήνυμα, περισσότερο συμβιβαστικό απέναντι στο Πεκίνο.

Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τη μεγαλύτερη αβεβαιότητα στην Ασία. Δεν αμφισβητείται η ισχύς των ΗΠΑ, αλλά ο τρόπος με τον οποίο η Ουάσιγκτον επιλέγει πλέον να τη χρησιμοποιήσει.

Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες μπροστά στην Κίνα ανοίγει ένα παράθυρο, το οποίο αναζητούσε επίμονα: η έμμεση αναγνώρισή της ως ισότιμης υπερδύναμης από τον βασικό γεωπολιτικό της αντίπαλο.

Ακολουθήστε το Sofokleousin.gr στο Google News
και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Σχετικά Άρθρα