Μπαράζ ελέγχων στις φορολογικές δηλώσεις, με εκταταμένες ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, με στόχο τον εντοπισμό αδήλωτων εισοδημάτων αλλά και περιπτώσεων στις οποίες έχουν δηλωθεί τεχνητά μειωμένες ή διογκωμένες δαπάνες, είναι έτοιμη να ξεκινήσει η ΑΑΔΕ.
Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων είναι έτοιμη να πατήσει το «κουμπί» των σαρωτικών ελέγχων μετά την 24η Ιουνίου, όταν και λήγει η προθεσμία υποβολής των φορολογικών δηλώσεων. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στους τόκους τραπεζικών καταθέσεων και στα μερίσματα, στα εισοδήματα από ακίνητα, στις αναδρομικές αποδοχές μισθωτών και συνταξιούχων, στα εμβάσματα, στις δαπάνες για την εξυπηρέτηση δανείων και στους κωδικούς που αφορούν την ιδιοκατοίκηση.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία έως τώρα έχουν υποβληθεί 6,4 εκατομμύρια δηλώσεις, με το 35,01% αυτών να είναι χρεωστικές, ενώ επιστροφή φόρου δικαιούται το 29,48% των φορολογουμένων.
Οι παραβάτες ή όσοι έκαναν κραυγαλέα λάθη στη φορολογική τους δήλωση-με συνέπεια να «βγάζουν μάτι» κατά τον έλεγχο- κινδυνεύουν με τσουχτερά πρόστιμα.
Πώς υπολογίζονται τα πρόστιμα
Η φορολογική νομοθεσία προβλέπει τρία επίπεδα κυρώσεων, ανάλογα με το ύψος της απόκλισης ανάμεσα στον φόρο που δήλωσε ο φορολογούμενος και σε εκείνον που προκύπτει μετά τον έλεγχο της ΑΑΔΕ.
Σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, το πρόστιμο υπολογίζεται επί της διαφοράς του φόρου (μεταξύ του δηλωθέντος και του πραγματικού) βάσει μιας συγκεκριμένης κλίμακας:
- Πρόστιμο 10% επιβάλλεται εφόσον η διαφορά κυμαίνεται από 5% έως 20% του φόρου που προέκυπτε από την αρχική δήλωση.
- Πρόστιμο 25% εφαρμόζεται εάν η απόκλιση ξεπερνά το 20% και αγγίζει το 50%.
- Πρόστιμο 50% επιβάλλεται στις περιπτώσεις μεγάλης απόκρυψης, όπου η διαφορά υπερβαίνει το 50% του αρχικού φόρου.
Τα συχνότερα λάθη
Μεταξύ των συχνότερων λαθών-όπως είχε γράψει πρόσφατα το Sin- συγκαταλέγονται η μη δήλωση αμοιβών από περιστασιακή εργασία, η παράλειψη δήλωσης αναδρομικών αποδοχών ή επιδομάτων, καθώς και τα εισοδήματα από ενοίκια και βραχυχρόνιες μισθώσεις που δεν εμφανίζονται στη δήλωση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στις ηλεκτρονικές αποδείξεις και συγκεκριμένα, εάν οι δηλωμένες δαπάνες υπερβαίνουν τα στοιχεία που διαθέτουν οι τράπεζες, ο φορολογούμενος κινδυνεύει όχι μόνο με τον πρόσθετο φόρο 22% αλλά και με πρόστιμα για ανακριβή δήλωση.
Συχνές είναι επίσης οι αστοχίες που αφορούν τα τεκμήρια διαβίωσης, όπως αυτοκίνητα και κατοικίες. Η εσφαλμένη αποτύπωση περιουσιακών στοιχείων μπορεί να οδηγήσει σε μικρότερη τεκμαρτή δαπάνη και άρα χαμηλότερο φόρο, όμως σε περίπτωση ελέγχου οι διαφορές εντοπίζονται και ο φόρος επανυπολογίζεται με τις αντίστοιχες προσαυξήσεις.
Επισημαίνεται ότι σημαντικό μέρος των σφαλμάτων δεν σχετίζεται με πρόθεση απόκρυψης εισοδήματος αλλά και με ακούσια λάθη που οφείλονται σε παρανοήσεις, ελλιπή ενημέρωση ή λανθασμένη μεταφορά στοιχείων από εργοδότες, τράπεζες και άλλους φορείς. Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι συνέπειες μπορεί να είναι σημαντικές.
Τονίζεται πως, η δυνατότητα της ΑΑΔΕ να εντοπίζει αποκλίσεις έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια μέσω της εκτεταμένης ψηφιοποίησης.
Τραπεζικές συναλλαγές, ηλεκτρονικές πληρωμές, στοιχεία εργοδοτών και ασφαλιστικών ταμείων, ακόμη και δεδομένα από πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης, διασταυρώνονται πλέον αυτόματα με τις δηλώσεις εισοδήματος.