Σε μια απόφαση-σταθμό για την εφαρμογή του δικαίου για τον ανταγωνισμό και την προστασία των παραγωγών, η Πλήρης Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (με την απόφαση 1/2026) έκρινε ότι οι εταιρείες που συμμετέχουν σε παράνομα καρτέλ υποχρεούνται να επιστρέψουν τα κέρδη που αποκόμισαν, ακόμη και αν η αξίωση για αποζημίωση από αδικοπραξία έχει παραγραφεί.
Η υπόθεση αφορούσε την αγωγή γαλακτοπαραγωγού εταιρείας κατά μεγάλων ομίλων εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων. Η ενάγουσα υποστήριξε ότι κατά την περίοδο 2004-2006 αναγκάστηκε να πουλά το γάλα της σε τεχνητά χαμηλές τιμές (0,35€ αντί για 0,45€), λόγω της ύπαρξης παράνομου καρτέλ μεταξύ των αγοραστριών εταιρειών. Σημειώνεται ότι την ύπαρξη του καρτέλ εντόπισε η Επ. Ανταγωνισμού και επέβαλε πρόστιμα στις εμπλεκόμενες εταιρείες.
Αν και το Εφετείο είχε αρχικά απορρίψει την αγωγή, θεωρώντας ότι η αξίωση είχε παραγραφεί μετά την παρέλευση της πενταετίας και ότι η «εξοικονόμηση δαπάνης» δεν αποτελεί πλουτισμό, ο Άρειος Πάγος είχε διαφορετική άποψη.
Το ανώτατο δικαστήριο, υπό την Προεδρία της Αναστασίας Παπαδοπούλου και με εισήγηση του Αντιπροέδρου Μιχαήλ Αποστολάκη, έδωσε μια ευρεία και δίκαιη ερμηνεία στο άρθρο 938 του Αστικού Κώδικα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το σκεπτικό της πλειοψηφίας:
- Η εξοικονόμηση δαπάνης είναι πλουτισμός: Ωφέλεια δεν είναι μόνο η προσθήκη ενός περιουσιακού στοιχείου, αλλά και η «μη ελάττωση» της περιουσίας. Όταν μια εταιρεία που μετέχει σε καρτέλ αγοράζει φθηνότερα από όσο θα αγόραζε σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς, εξοικονομεί μια δαπάνη που θα όφειλε να κάνει.
- Η παραγραφή δεν «ξεπλένει» το κέρδος: Ακόμη και αν περάσουν τα 5 έτη της παραγραφής της αδικοπραξίας (937 ΑΚ), ο αδικοπραγήσας δεν επιτρέπεται να κρατήσει τον καρπό της παράνομης πράξης του. Η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό παραμένει ζωντανή.
- Σκοπός του νόμου είναι να μην παραμείνει στον θύτη η ωφέλεια εις βάρος του θύματος, προστατεύοντας τον αδύναμο προμηθευτή από καταχρηστικές πρακτικές.
Αξίζει να σημειωθεί ότι υπήρξε και αντίθετη γνώμη από μια ομάδα δικαστών (μεταξύ των οποίων οι Κ. Κοκκορός και Γ. Σχοινοχωρίτης). Η μειοψηφία υποστήριξε ότι από τη στιγμή που οι συμβάσεις πώλησης ήταν έγκυρες και δεν προσβλήθηκαν δικαστικά για τον επαναπροσδιορισμό του τιμήματος (βάσει του άρθρου 371 ΑΚ), αποτελούν «νόμιμη αιτία» και άρα δεν μπορεί να γίνει λόγο για αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Τι σημαίνει η απόφαση για την αγορά
Η απόφαση 1/2026 ανοίγει τον δρόμο για δεκάδες παραγωγούς και επιχειρήσεις που επλήγησαν από πρακτικές καρτέλ στο παρελθόν, όχι μόνο στην περίπτωση του γάλακτος, αλλά και σε όσες άλλες υποθέσεις διαπιστώθηκαν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού αντίστοιχες παραβάσεις και επιβλήθηκαν κυρώσεις.
Επιπλέον, από την απόφαση του Α. Π. προκύπτει ότι το επιχείρημα της «παραγραφής» δεν αρκεί για να απαλλάξει τις εταιρείες που νόθευσαν τον ανταγωνισμό από την υποχρέωση να επιστρέψουν τα ποσά που «γλίτωσαν», έχοντας παραβιάσει τη νομοθεσία για τον ανταγωνισμό. «Ο αδικοπραγήσας δεν είναι ορθό να επωφελείται από την αδράνεια του παθόντος για να επαυξάνει την περιουσία του», αναφέρει χαρακτηριστικά η απόφαση.
Η υπόθεση παραπέμπεται τώρα πίσω στο Εφετείο Αθηνών για να δικαστεί στην ουσία της, με βάση τις νέες κατευθυντήριες γραμμές του Αρείου Πάγου.