Για τη «σιωπηλή μεταρρύθμιση στην οργάνωση του χώρου, των χρήσεων γης και των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών», γράφει σε άρθρο του στην Καθημερινή ο υπουργός Επικρατείας 'Ακης Σκέρτσος.
Όπως σημειώνει εισαγωγικώς, «η πρόσφατη εξάρθρωση από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων της Αστυνομίας, κυκλώματος επίορκων υπαλλήλων στην Αττική που εκβίαζε ιδιώτες για την έκδοση οικοδομικών αδειών προκάλεσε εύλογα ερωτηματικά και αγανάκτηση: ‘Τι γίνεται επιτέλους με τις τοπικές πολεοδομίες;'.
Τα στοιχεία της υπόθεσης θύμισαν παθογένειες που συνοδεύουν διαχρονικά τη σχέση του πολίτη με τις πολεοδομικές υπηρεσίες: καθυστερήσεις, αδιαφάνεια, προσωπικές εξαρτήσεις, ‘γρηγορόσημα' και συναλλαγές που ανθούν όταν οι διαδικασίες είναι αργές, η νομοθεσία στριφνή και η ευθύνη διάχυτη».
Ωστόσο, συνεχίζει, τρία στιγμιότυπα «μόνο από τους προηγούμενους 12 μήνες τεκμηριώνουν ότι η κυβέρνηση υλοποιεί τα τελευταία χρόνια με μεθοδικότητα μια σιωπηλή μεταρρύθμιση στην οργάνωση του χώρου, των χρήσεων γης και των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών που δεν έχει αναδειχθεί ούτε και επικοινωνηθεί στο βαθμό που θα έπρεπε».
Αυτά είναι:
«Ιούνιος 2025: το Υπουργείο Εσωτερικών ανακοινώνει τα αποτελέσματα της πρώτης ψηφιακής έρευνας αξιολόγησης υπηρεσιών του δημοσίου από τους ίδιους τους πολίτες. Εκεί επιβεβαιώνεται κάτι που ήδη γνωρίζαμε εμπειρικά. 65.000 πολίτες βαθμολογούν κάτω από τη βάση τις υπηρεσίες δόμησης των δήμων λόγω καθυστερήσεων, γραφειοκρατίας, διαφθοράς και υποστελέχωσης.
Σεπτέμβριος 2025: Ο πρωθυπουργός ανακοινώνει από το βήμα της ΔΕΘ μια εμβληματική μεταρρύθμιση για το 2026. Την υπαγωγή των αποκεντρωμένων και ανεξέλεγκτων υπηρεσιών δόμησης των δήμων στο νέο οργανισμό του ψηφιακού κτηματολογίου. Στόχος η -κατά τα πρότυπα της ΑΑΔΕ ως προς τη διαχείριση των φορολογικών υποθέσεων- καθετοποίηση, απλοποίηση, ψηφιοποίηση και επιτάχυνση της αδειοδοτικής οικοδομικής διαδικασίας με υπερτοπικό χαρακτήρα.
Μάιος 2026: η Ελληνικό Κτηματολόγιο ανακοινώνει ότι ολοκληρώθηκε για πρώτη φορά μετά από σχεδόν 200 χρόνια λειτουργίας του ελληνικού κράτους η κτηματογράφηση της ελληνικής επικράτειας στο 99%. Πρόκειται για μια μεταρρύθμιση αναπτυξιακού χαρακτήρα και διαφάνειας που συνδέσαμε ήδη ως συμβατική υποχρέωση της χώρας από το 2021 με το ευρωπαϊκό ταμείο ανάκαμψης και ανθεκτικότητας.
Γιατί όμως εφόσον η κτηματογράφηση της χώρας συζητείται ακόμη από την εποχή του Καποδίστρια χρειάστηκαν σχεδόν 200 χρόνια για να προχωρήσει;», θέτει το ερώτημα και απαντά επεξηγηματικά:
«Διότι πρόκειται ίσως για τη δυσκολότερη διοικητική μεταρρύθμιση που γνώρισε ποτέ το ελληνικό κράτος. Η Ελλάδα δεν είχε το πλεονέκτημα πολλών ευρωπαϊκών χωρών που διέθεταν ήδη οργανωμένα μητρώα γης από τον 19ο αιώνα. Αντίθετα, κληρονόμησε κατακερματισμένη μικροϊδιοκτησία, ατελείς τίτλους, χρησικτησίες, κληρονομιές χωρίς συμβόλαια, εκατοντάδες ασύνδετα υποθηκοφυλακεία και ένα σύστημα καταγραφής ανά πρόσωπο και όχι ανά ακίνητο.
Παράλληλα υπήρξε διαχρονικά πολυδιάσπαση αρμοδιοτήτων, πολιτική ασυνέχεια, έλλειψη σταθερής χρηματοδότησης, συνεχείς νομοθετικές αλλαγές και τεράστιος όγκος δικαστικών εκκρεμοτήτων. Με απλά λόγια, δεν έλειπε μόνο η ψηφιακή τεχνολογία. Έλειπε ένα ενιαίο διοικητικό σχέδιο καθώς και το νομοθετικό και χαρτογραφικό υπόβαθρο που να ορίζει με ξεκάθαρο τρόπο ιδιοκτησίες, χρήσεις και οριοθετημένες ζώνες δόμησης.
Χάρη στη σιωπηλή χωροταξική και πολεοδομική μεταρρύθμιση των τελευταίων χρόνων η χώρα αποκτά για πρώτη φορά ολοκληρωμένο Κτηματολόγιο, κυρωμένους δασικούς χάρτες, συστηματική καταγραφή αιγιαλού και παραλίας, ψηφιακή οριοθέτηση υδατορεμάτων, ειδικά χωροταξικά σχέδια για τουρισμό, βιομηχανία και ΑΠΕ, Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια σε εκατοντάδες δημοτικές ενότητες και έναν Ενιαίο Ψηφιακό Χάρτη που φιλοδοξεί να συγκεντρώσει όλες τις κρίσιμες χωρικές πληροφορίες σε ένα σημείο.
Πόσοι γνωρίζουν για παράδειγμα ότι χάρη στις μεταρρυθμίσεις του Ταμείου Ανάκαμψης καταργήθηκαν έως το 2024 τα 392 υποθηκοφυλακεία της χώρας και ψηφιοποιήθηκαν 620 εκ. σελίδες των αρχείων τους που μεταφέρθηκαν πλέον στο cloud του κτηματολογίου;».
Εξ άλλου, προσθέτει, «η μεταρρύθμιση του Κτηματολογίου δεν είναι ανεξάρτητη από τη μεταρρύθμιση των πολεοδομιών. Το μοντέλο της κεντρικοποίησης, της ψηφιακής ιχνηλασιμότητας, των ενιαίων κανόνων και της υπερτοπικής διαχείρισης που εφαρμόστηκε στο Κτηματολόγιο αποτελεί σήμερα τον οδηγό για τον μετασχηματισμό και του συστήματος ελέγχου της δόμησης.
Οι αριθμοί των δραστικής μείωσης των εκκρεμοτήτων που έφερε η κεντρικοποιηση και ψηφιοποίηση του κτηματολογίου εξηγούν γλαφυρά γιατί αυτός είναι ο μόνος δρόμος και για τις πολεοδομίες. Στην Αθήνα από 56.000 εκκρεμότητες σήμερα βρισκόμαστε σε περίπου 4.500. Στη Θεσσαλονίκη από 60.000 σε περίπου 5.600. Η ψηφιακή ιχνηλάτηση κάθε υπόθεσης επιταχύνει και περιορίζει την διοικητική αυθαιρεσία.
Η σημασία αυτών των αλλαγών ξεπερνά κατά πολύ τη διοικητική τους διάσταση. Αφορούν την ίδια την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας. Και δεν είναι μεταρρυθμίσεις εξωτερικής έμπνευσης. Είναι μεταρρυθμίσεις ελληνικής ιδιοκτησίας που υλοποιήθηκαν από την ελληνική δημόσια διοίκηση και από άξιους δημόσιους υπαλλήλους.
Το Ταμείο Ανάκαμψης χρηματοδότησε αυτές τις αλλαγές, τις μέτρησε και κυρίως τις επιτάχυνε. Μετέτρεψε στόχους δεκαετιών σε έργα με συγκεκριμένη ημερομηνία παράδοσης.
Ίσως γι' αυτό η σημερινή περίοδος να αποδειχθεί ιστορική. Για πρώτη φορά από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, η χώρα φαίνεται να αποκτά ρεαλιστική δυνατότητα να απαντήσει ταυτόχρονα στα τρία θεμελιώδη ερωτήματα της οργάνωσης του χώρου: σε ποιον ανήκει ο χώρος, τι είναι ο χώρος και τι επιτρέπεται στον χώρο.
Στόχος μας είναι η προσπάθεια αυτή ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας ώστε να μιλάμε πλέον για μια θεσμική τομή που θα ενισχύσει την ανάπτυξη, θα περιορίσει τη διαφθορά και θα κλείσει μια εθνική εκκρεμότητα σχεδόν δύο αιώνων», υπογραμμίζει δε.
Και, «καμία οικονομία δεν μπορεί να αναπτυχθεί βιώσιμα όταν δεν έχει κλείσει αυτές τις εκκρεμότητες. Η αβεβαιότητα γύρω από τον χώρο λειτουργεί ως αντικίνητρο για επενδύσεις, αυξάνει το κόστος συναλλαγών και υπονομεύει την ασφάλεια δικαίου.
Η διαφθορά λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Φυτρώνει στην γραφειοκρατία και την αδιαφάνεια και αποτελεί έναν αόρατο φόρο που επιβαρύνει πολίτες και επιχειρήσεις. Όσο πιο αδιαφανείς είναι οι διαδικασίες, όσο περισσότερο εξαρτώνται από προσωπικές επαφές και τοπικά δίκτυα επιρροής, τόσο μεγαλύτερο γίνεται το περιθώριο για αυθαίρετες πρακτικές.
Γι' αυτό και η απάντηση δεν μπορεί να είναι απλώς η καταστολή και οι συλλήψεις. Η πραγματική απάντηση είναι η αλλαγή του συστήματος. Και αυτή ακριβώς είναι η σιωπηλή μεταρρύθμιση που βρίσκεται σε εξέλιξη τα τελευταία χρόνια: λιγότερη προσωπική διακριτική ευχέρεια, περισσότερη ψηφιοποίηση, περισσότερη διαφάνεια και ισχυρότερος κεντρικός έλεγχος», καταλήγει ο υπουργός Επικρατείας.