Η Ελλάδα υπέβαλε σήμερα στην Κομισιόν αίτημα για επέκταση του πεδίου εφαρμογής της Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής, ώστε να συμπεριληφθούν επενδύσεις και μέτρα που ενισχύουν την ενεργειακή ανθεκτικότητα της χώρας. Η ρήτρα αφορούσε αρχικά τις αμυντικές δαπάνες. Με την επέκταση της θα συμπεριλάβει πλέον παρεμβάσεις και επενδύσεις στο ενεργειακό σύστημα.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας εκτιμά ότι αυτές οι νέες επενδύσεις θα υπερβούν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028. Η χρηματοδότησή τους θα προέλθει από εθνικούς πόρους. Οι σχετικές δαπάνες θα εξαιρούνται από το ανώτατο όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών που προβλέπει το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης, έως το 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και έως το 0,6% σωρευτικά μέχρι το 2028. Θα συνεχίσουν όμως να προσμετρώνται τόσο στο πρωτογενές αποτέλεσμα όσο και στο δημόσιο χρέος.
Η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από τη νέα πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής της υφιστάμενης Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής, η οποία αρχικά αφορούσε τις αμυντικές δαπάνες. Πλέον, επεκτείνεται ώστε να καλύπτει και παρεμβάσεις που ενισχύουν την ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος, μειώνουν την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και επιταχύνουν την πράσινη ενεργειακή μετάβαση.
Όπως επισημαίνει το ΥΠΕΘΟΟ, η κατάθεση του ελληνικού αιτήματος εντάσσεται στη συνολική στρατηγική της κυβέρνησης για τη θωράκιση της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας και την αξιοποίηση των νέων ευρωπαϊκών δημοσιονομικών εργαλείων προς όφελος της οικονομίας και της βιώσιμης ανάπτυξης.
Το επενδυτικό πρόγραμμα θα επικεντρωθεί σε έργα αποθήκευσης ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, δράσεις εξοικονόμησης ενέργειας, ενεργειακή αναβάθμιση δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, καθώς και σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές που θα ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια του ενεργειακού συστήματος της χώρας.
Η εξειδίκευση των έργων και των επιμέρους παρεμβάσεων θα πραγματοποιηθεί το προσεχές διάστημα, σε στενή συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, ώστε να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο επενδυτικό σχέδιο που θα ανταποκρίνεται στις νέες ευρωπαϊκές προτεραιότητες για την ενεργειακή μετάβαση και την κλιματική ανθεκτικότητα