Σε επίπεδα άνω των 850.000 ευρώ έχει διαμορφωθεί η μέση αξία μιας ασφαλιστικής απαίτησης για διακοπή επιχειρηματικής λειτουργίας, ξεπερνώντας κατά περίπου 70% τη μέση απαίτηση για υλικές ζημιές.
Η αυξανόμενη πολυπλοκότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι κυβερνοεπιθέσεις και η εξάρτηση των επιχειρήσεων από την τεχνολογία ενισχύουν το κόστος των διαταραχών, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Allianz Commercial.
Η μελέτη αναδεικνύει μια κρίσιμη μεταβολή για τις επιχειρήσεις: το οικονομικό πλήγμα από την αδυναμία συνέχισης της παραγωγής ή της παροχής υπηρεσιών μπορεί να είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το κόστος επισκευής των εγκαταστάσεων ή αντικατάστασης του εξοπλισμού που υπέστη ζημιές.
Η ανάλυση βασίζεται σε 7.888 ασφαλιστικές απαιτήσεις για διακοπή επιχειρηματικής λειτουργίας, συνολικής αξίας περίπου 6,74 δισ. ευρώ, κατά την πενταετία από την 1η Ιανουαρίου 2021 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Παρότι η συχνότητα των απαιτήσεων παρέμεινε σχετικά σταθερή, η μέση αξία τους αυξήθηκε κατά περισσότερο από 30% ετησίως κατά τα δύο τελευταία χρόνια της περιόδου που εξετάστηκε.
Η μέση απαίτηση για διακοπή λειτουργίας υπερβαίνει πλέον τις 850.000 ευρώ, έναντι περίπου 500.000 ευρώ για υλικές ζημιές. Η διαφορά καταδεικνύει ότι οι έμμεσες απώλειες, όπως τα διαφυγόντα κέρδη και τα συνεχιζόμενα λειτουργικά έξοδα, μπορούν να επιβαρύνουν δυσανάλογα μια επιχείρηση όταν η δραστηριότητά της διακόπτεται.
Οι πυρκαγιές προκαλούν τις μεγαλύτερες οικονομικές απώλειες
Οι πυρκαγιές και οι εκρήξεις αποτελούν την ακριβότερη αιτία ζημιών από διακοπή επιχειρηματικής λειτουργίας, αντιπροσωπεύοντας πάνω από το 40% της συνολικής αξίας των απαιτήσεων που εξετάστηκαν, δηλαδή περίπου 2,9 δισ. ευρώ.
Σύμφωνα με την Allianz Commercial, οι πυρκαγιές ευθύνονται για εννέα από τα δέκα ακριβότερα περιστατικά διακοπής λειτουργίας που αποδίδονται σε ανθρωπογενή αίτια στο δείγμα της μελέτης. Αποτελούν, επίσης, τη σημαντικότερη αιτία απωλειών σε αγορές όπως η Γερμανία, η Σιγκαπούρη, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί πυρκαγιά σε μικρή μονάδα παραγωγής, η οποία προκάλεσε σχετικά περιορισμένες υλικές ζημιές, αλλά επηρέασε σοβαρά τις επόμενες δραστηριότητες της παραγωγικής αλυσίδας. Η διαταραχή είχε ως αποτέλεσμα απώλειες εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ σε επίπεδο ομίλου.
Το περιστατικό αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο μια τοπική ζημιά μπορεί να μετατραπεί σε ευρύτερο επιχειρηματικό πρόβλημα, όταν επηρεάζει κρίσιμα στάδια παραγωγής ή τη δυνατότητα εξυπηρέτησης πελατών.
Φυσικές καταστροφές και ευάλωτες εφοδιαστικές αλυσίδες
Οι φυσικές καταστροφές αποτελούν τη δεύτερη ακριβότερη αιτία ζημιών, καθώς αντιστοιχούν στο 34% της συνολικής αξίας των ασφαλιστικών απαιτήσεων. Παράλληλα, είναι η συχνότερη αιτία περιστατικών, αντιπροσωπεύοντας το 26% του συνολικού αριθμού των απαιτήσεων.
Συνολικά, οι πυρκαγιές, οι εκρήξεις και οι φυσικές καταστροφές ευθύνονται για περισσότερο από το 75% της συνολικής αξίας των απαιτήσεων που εξετάστηκαν.
Ωστόσο, τα περιστατικά που δεν συνδέονται με φυσικές καταστροφές αποτελούν την πλειονότητα των ασφαλιστικών απαιτήσεων. Αντιστοιχούν στο 74% του αριθμού τους και στο 66% της συνολικής αξίας τους, γεγονός που αναδεικνύει το εύρος των κινδύνων από βλάβες, τεχνικές αστοχίες και άλλες διαταραχές.
Παράλληλα, η συγκέντρωση της παραγωγής σε περιορισμένο αριθμό εγκαταστάσεων και η εξάρτηση από συγκεκριμένους προμηθευτές αυξάνουν την έκθεση των επιχειρήσεων. Μια πυρκαγιά, ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο ή μια κυβερνοεπίθεση μπορεί να διακόψει την προμήθεια κρίσιμων υλικών και εξαρτημάτων, προκαλώντας επιπτώσεις πολύ πέρα από την εγκατάσταση όπου σημειώθηκε το αρχικό περιστατικό.
Μεγαλύτερος χρόνος αποκατάστασης, υψηλότερο κόστος
Η διάρκεια αποκατάστασης μετά από ένα σοβαρό συμβάν αποτελεί πρόσθετο παράγοντα επιβάρυνσης. Οι καθυστερήσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες, η έλλειψη εργατικού δυναμικού και οι διακυμάνσεις στις τιμές των υλικών μπορούν να παρατείνουν την επιστροφή μιας επιχείρησης στην κανονική λειτουργία της.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με την ανάλυση, δύο χρόνια μετά τον τυφώνα Helene, ο οποίος έπληξε περιοχές το 2024, παρέμεναν ανοικτές ασφαλιστικές απαιτήσεις, καθώς ορισμένες επιχειρήσεις δεν είχαν ακόμη αποκαταστήσει πλήρως τη δραστηριότητά τους. Η εκκρεμότητα δεν αφορούσε κατ' ανάγκη διαφωνίες για την ασφαλιστική κάλυψη, αλλά τις δυσκολίες επαναφοράς των πληγεισών επιχειρήσεων σε πλήρη λειτουργία.
Οι καθυστερήσεις αυτές αυξάνουν το συνολικό κόστος, καθώς οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν απώλειες εσόδων και λειτουργικές δαπάνες όσο παραμένουν εκτός δραστηριότητας ή λειτουργούν με περιορισμένη δυναμικότητα.
Κυβερνοκίνδυνοι και τεχνολογική εξάρτηση
Στο πεδίο των κινδύνων που σχετίζονται με την τεχνολογία, η Allianz επισημαίνει ότι η απειλή δεν περιορίζεται πλέον στις παραδοσιακές κυβερνοεπιθέσεις και στο κακόβουλο λογισμικό. Οι διακοπές υπηρεσιών cloud, οι αστοχίες λογισμικού και τα περιστατικά σε εξωτερικούς παρόχους τεχνολογίας μπορούν επίσης να προκαλέσουν σημαντικές διαταραχές.
Μόνο το 2025 καταγράφηκαν περισσότερες από 48.000 διακοπές λειτουργίας υπηρεσιών cloud και λογισμικού, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη. Οι επιχειρήσεις εξαρτώνται όλο και περισσότερο από ψηφιακές υποδομές, εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και εξωτερικούς παρόχους, με αποτέλεσμα ένα μεμονωμένο περιστατικό να μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα μεγάλο αριθμό οργανισμών.
Η εξάρτηση από τρίτους δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους, καθώς ακόμη και μια επιχείρηση με ισχυρές εσωτερικές υποδομές μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με διακοπή λειτουργίας εάν επηρεαστεί ένας κρίσιμος συνεργάτης ή πάροχος υπηρεσιών.
Η πρόληψη στο επίκεντρο της διαχείρισης κινδύνων
Ο διευθύνων σύμβουλος της Allianz Commercial, Thomas Lillelund, επισημαίνει ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις, ο κατακερματισμός του εμπορίου, τα περιστατικά κυβερνοασφάλειας και η αυξανόμενη εξάρτηση από τεχνολογίες όπως η τεχνητή νοημοσύνη καθιστούν το επιχειρηματικό περιβάλλον πιο σύνθετο και ευμετάβλητο.
Όπως υπογραμμίζει, η έκταση της αρχικής υλικής ζημιάς δεν καθορίζει από μόνη της το τελικό κόστος μιας διακοπής λειτουργίας. Ακόμη και ένα περιορισμένο περιστατικό μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στην παραγωγή, στους πελάτες και στις αγορές.
Από την πλευρά του, ο Alberto Barani, επικεφαλής της ομάδας Business Interruption στο τμήμα Risk Consulting της Allianz Commercial, τονίζει ότι η πρόληψη παραμένει η αποτελεσματικότερη μορφή διαχείρισης κινδύνου. Οι επενδύσεις στην πυροπροστασία, στην ανθεκτικότητα απέναντι στις φυσικές καταστροφές, στην κυβερνοασφάλεια και στον σχεδιασμό επιχειρησιακής συνέχειας μπορούν να περιορίσουν τόσο τη διάρκεια όσο και τη σοβαρότητα μιας διακοπής.
Το βασικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η προστασία των επιχειρήσεων δεν αφορά μόνο τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό τους, αλλά ολόκληρο το δίκτυο προμηθευτών, τεχνολογιών και υποδομών από το οποίο εξαρτάται η λειτουργία τους. Σε ένα περιβάλλον αυξημένων διασυνδέσεων, η δυνατότητα συνέχισης ή ταχείας επανεκκίνησης της δραστηριότητας αποκτά καθοριστική σημασία για τον περιορισμό των οικονομικών απωλειών.