Σε τροχιά υποχώρησης προς το 2% θα βρεθεί το 2026 ο πληθωρισμός των τροφίμων, σύμφωνα με νέα μελέτη οικονομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Όπως τονίζουν, όμως, οι αυξημένοι μισθοί στο λιανεμπόριο και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής θα συνεχίσουν να δημιουργούν αντιστάσεις στην πτώση του πληθωρισμού στα τρόφιμα.
Η τιμή του φαγητού δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε μια απόδειξη σούπερ μάρκετ, είναι ο βασικός δείκτης με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πορεία της οικονομίας. Η πορεία των τιμών στα τρόφιμα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των προσδοκιών για τον γενικό πληθωρισμό, υπογραμμίζουν οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ.
Αυτό συμβαίνει επειδή αγοράζουμε τρόφιμα συχνά, αποτελούν μεγάλο μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού και δύσκολα μπορούμε να τα υποκαταστήσουμε. Η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι σχεδόν τα δύο τρίτα των καταναλωτών βασίζουν τις προβλέψεις τους για τον πληθωρισμό κυρίως στις τιμές των τροφίμων, αγνοώντας συχνά άλλους δείκτες.
Οι «ένοχοι» της ακρίβειας: Καφές, γλυκά και κρέας
Παρόλο που ο πληθωρισμός των τροφίμων έχει μειωθεί σημαντικά από το ιστορικό υψηλό του 15,5% τον Μάρτιο του 2023, παραμένει πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο (στο 2,4% τον Νοέμβριο του 2025). Το ενδιαφέρον στοιχείο της ανάλυσης είναι ότι η ακρίβεια δεν είναι πλέον οριζόντια.
Οφείλεται κυρίως σε τρεις κατηγορίες προϊόντων:
- Καφές, τσάι και κακάο
- Ζάχαρη και γλυκίσματα
- Κρέας
Αυτά τα προϊόντα ευθύνονται για πάνω από το 50% του ετήσιου πληθωρισμού τροφίμων τους τελευταίους μήνες, παρόλο που αποτελούν λιγότερο από το 25% του καλαθιού του καταναλωτή. Αντίθετα, οι τιμές στα υπόλοιπα είδη τροφίμων έχουν εξομαλυνθεί.
Ο ρόλος της κλιματικής αλλαγής και της προσφοράς
Γιατί όμως επιμένουν οι αυξήσεις σε αυτά τα συγκεκριμένα είδη; Η απάντηση βρίσκεται στον συνδυασμό ακραίων καιρικών φαινομένων και διαρθρωτικών προβλημάτων.
Οι τιμές της αγοράς εμπορευμάτων (commodities) για το κακάο και τον καφέ διπλασιάστηκαν από τον Ιανουάριο του 2024 έως τις αρχές του 2025, φτάνοντας σε νέα ιστορικά υψηλά. Οι αυξήσεις αυτές συνδέονται άμεσα με την κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν τις παραγωγούς χώρες. Η ανάλυση εκτιμά, για παράδειγμα, ότι ο καύσωνας του καλοκαιριού του 2025 θα μπορούσε να αυξήσει τις τιμές των μη επεξεργασμένων τροφίμων κατά 0,4 έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες μετά από ένα έτος.
Όσον αφορά το κρέας (κυρίως το μοσχαρίσιο), οι τιμές οδηγούνται από τη συνεχιζόμενη μείωση της προσφοράς στην Ευρώπη, την ώρα που η ζήτηση παραμένει ισχυρή. Οι τιμές παραγωγού για το κρέας κορυφώθηκαν τον Ιούνιο του 2025, καταγράφοντας άνοδο 17% σε σχέση με τις αρχές του 2024.
Μισθοί στο λιανεμπόριο
Ένας ακόμη παράγοντας που κρατά τις τιμές ψηλά είναι το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Ενώ οι διεθνείς τιμές των πρώτων υλών έχουν αρχίσει να υποχωρούν ελαφρώς, η μείωση αυτή δεν φτάνει άμεσα στον καταναλωτή.
Μέρος αυτής της καθυστέρησης αποδίδεται στην αύξηση των μισθών στον τομέα του λιανικού εμπορίου και των μεταφορών, η οποία παρέμεινε αυξημένη το πρώτο εξάμηνο του 2025. Αυτό εξηγεί γιατί οι προσδοκίες των λιανοπωλητών για τις τιμές πώλησης μειώνονται με πιο αργό ρυθμό σε σύγκριση με τους παραγωγούς τροφίμων.
Οι προβλέψεις της ΕΚΤ
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της ΕΚΤ, αναμένεται περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τροφίμων, ο οποίος αναμένεται να πέσει στο 2,1% το τρίτο τρίμηνο του 2026.
Ήδη, οι βιομηχανίες τροφίμων και ποτών αναθεωρούν προς τα κάτω τις προσδοκίες τους για τις τιμές πώλησης για τους επόμενους μήνες, φτάνοντας σε επίπεδα χαμηλότερα από τον μέσο όρο της εικοσαετίας 1999-2019. Παρόλο που οι πιέσεις σε συγκεκριμένα αγαθά παραμένουν, η γενική εικόνα δείχνει σταδιακή επιστροφή στην κανονικότητα.
Τα επόμενα χρόνια (2027 - 2028), ο πληθωρισμός τροφίμων αναμένεται να παραμείνει σε μέτρια επίπεδα, πλησιάζοντας την κανονικότητα -ο μακροχρόνιος μέσος όρος πριν την πανδημία ήταν 2,2%.
Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο της πρόβλεψης αφορά την Κλιματική Αλλαγή. Η μελέτη προειδοποιεί ότι οι επιπτώσεις των καιρικών φαινομένων δεν φαίνονται αμέσως στο ταμείο, αλλά έχουν καθυστέρηση. Για παράδειγμα, ο καύσωνας του καλοκαιριού του 2025 θα αυξήσει τις τιμές των μη επεξεργασμένων τροφίμων (φρούτα, λαχανικά κ.λπ.) κατά 0,4 έως 0,7 ποσοστιαίες μονάδες μετά από ένα έτος.
Τέλος, η ΕΚΤ σημειώνει ότι παρόλο που οι διεθνείς τιμές σε καφέ και κακάο έχουν αρχίσει να πέφτουν από τα ιστορικά υψηλά τους, αυτή η μείωση θα αργήσει να φανεί στον καταναλωτή. Υπάρχει πάντα μια χρονική υστέρηση μέχρι η φθηνότερη πρώτη ύλη να μεταφραστεί σε φθηνότερο προϊόν στο ράφι.