Η πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή και η νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας ξύπνησαν στην Ευρωζώνη τον πληθωριστικό «εφιάλτη» του 2022. Με τον γενικό πληθωρισμό να σκαρφαλώνει από το 1,9% στο 2,8% μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες (Φεβρουάριος – Ιούνιος 2026), το ερώτημα στις αγορές είναι εύλογο: Ετοιμάζεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) για ένα νέο, επιθετικό κύκλο αύξησης των επιτοκίων;
Υπενθυμίζεται ότι το 2023 η ΕΚΤ, στην προσπάθειά της να τιθασεύσει το ράλι των τιμών, είχε ανεβάσει κατακόρυφα το βασικό της επιτόκιο, φτάνοντας στο ρεκόρ του 4%. Αντίθετα, φέτος η Φρανκφούρτη κάνει πολύ πιο προσεκτικές κινήσεις, έχοντας προχωρήσει σε μόλις μία μικρή αύξηση της τάξης του 0,25%, διαμορφώνοντας το επιτόκιο στο 2,25%.
Η απάντηση για το αν θα δούμε επανάληψη του 2023, σύμφωνα με νέα ανάλυση που δημοσιεύτηκε στο επίσημο blog της ΕΚΤ από τους οικονομολόγους Niccolò Battistini και Giovanni Trebbi, είναι καθησυχαστική: Το 2026 δεν είναι 2022. Ο τρέχων πληθωρισμός έχει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνον που ακολούθησε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, κάτι που σημαίνει ότι δεν απαιτεί την ίδια «σκληρή» νομισματική απάντηση.
Το κρίσιμο δίλημμα: Πληθωρισμός ζήτησης ή προσφοράς;
Για μια κεντρική τράπεζα, η «ρίζα» της ανόδου των τιμών καθορίζει και τη θεραπεία. Όπως εξηγούν οι ερευνητές της ΕΚΤ, υπάρχουν δύο βασικά είδη:
- Πληθωρισμός ζήτησης: Προκύπτει όταν η ισχυρή ζήτηση (π.χ. καταναλωτικές δαπάνες, νομισματική τόνωση) υπερθερμαίνει την οικονομία. Αυτό απαιτεί άμεση νομισματική αντίδραση (αύξηση επιτοκίων).
- Πληθωρισμός προσφοράς: Προκαλείται από εξωγενείς παράγοντες, όπως η αύξηση του κόστους της ενέργειας από κάποιο σοκ που μειώνει την προσφορά, ή από προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Πρόκειται για μια κατάσταση την οποία οι κεντρικές τράπεζες προτιμούν να «υπομείνουν» μέσω προσεκτικής αξιολόγησης, καθώς βρίσκεται εκτός του ελέγχου τους.
Τι λένε οι επιχειρήσεις
Σαρώνοντας τα στοιχεία από τριμηνιαίες τηλεδιασκέψεις των εισηγμένων εταιρειών με τους επενδυτές, οι ερευνητές της ΕΚΤ διαπίστωσαν ότι, ενώ η ανησυχία για τον πληθωρισμό αυξήθηκε μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, παρέμεινε αισθητά χαμηλότερη σε σχέση με τον πανικό του Μαρτίου του 2022.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η ανάλυση άρθρων του οικονομικού Τύπου μέσω αλγορίθμων, η οποία έδειξε τα εξής:
- Σήμερα (2026): Κυριαρχεί το «αφήγημα της προσφοράς», καθώς τα ρεπορτάζ αποδίδουν τον πληθωρισμό κυρίως στο ενεργειακό κόστος και τα προβλήματα διακίνησης.
- Τότε (2022): Υπήρχε ένα ευρύτερο μείγμα αφηγημάτων που περιλάμβανε τόσο προβλήματα εφοδιασμού όσο και πιέσεις από την πλευρά της ζήτησης.
Οι βιομηχανίες πιέζονται, αλλά η κατανάλωση δεν καλπάζει
Τα στοιχεία από τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε επιχειρήσεις επιβεβαιώνουν την παραπάνω εικόνα. Σήμερα, η αύξηση στις προσδοκίες των τιμών προέρχεται από τα κόστη (ελλείψεις υλικών λόγω ακριβής ενέργειας) και εντοπίζεται κυρίως στη βιομηχανία, ιδιαίτερα σε ενεργοβόρους κλάδους. Αντίθετα, το 2022 η πίεση ήταν ισχυρότερη και τροφοδοτούνταν παράλληλα από ραγδαία αύξηση της ζήτησης (ιδιαίτερα στις υπηρεσίες) μετά την πανδημία.
Το συμπέρασμα είναι ότι η τρέχουσα αναζωπύρωση του πληθωρισμού οφείλεται σε ένα εξωτερικό σοκ προσφοράς, γεγονός που σημαίνει ότι δεν δικαιολογείται η επιθετική νομισματική σύσφιξη που θα απαιτούσε ένας πληθωρισμός ζήτησης.
Η εικόνα από τους μισθούς δεν εμπνέει ανησυχία
Ένα επιπλέον κρίσιμο στοιχείο που ενισχύει τη στάση αναμονής της ΕΚΤ είναι ότι, προς το παρόν, οι πληθωριστικές πιέσεις δεν μεταφέρονται στους μισθούς. Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του δείκτη παρακολούθησης μισθών (wage tracker) της ΕΚΤ, οι μελλοντικές ενδείξεις καταδεικνύουν σταθερές πιέσεις στους μισθούς για ολόκληρο το 2026 και το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Ειδικότερα, ο δείκτης για τους μισθούς που προκύπτουν από συλλογικές διαπραγματεύσεις αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,7% το πρώτο τρίμηνο του 2027. Παράλληλα, αν εξαιρέσουμε τις εφάπαξ πληρωμές (one-off payments), η αύξηση παραμένει απόλυτα σταθερή στο 2,6% για όλο το 2026 και στο 2,7% στις αρχές του 2027. Η απουσία ενδείξεων για ανεξέλεγκτη άνοδο των εισοδημάτων επιβεβαιώνει ότι το πρόσφατο ενεργειακό σοκ δεν εδραιώνεται στην ευρύτερη οικονομία, προσφέροντας στη Φρανκφούρτη το περιθώριο να συνεχίσει την προσεκτική πολιτική της.