Με νίκη της Αθήνας και της ελληνικής ναυτιλίας ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις για το νέο ευρωπαϊκό πακέτο κυρώσεων στη Ρωσία, καθώς έγινε δεκτό να εξαιρεθεί από τις απαγορεύσεις η μεταφορά ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) με παλαιά συμβόλαια που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Πάντως, παρά τις δυσκολίες στις διαπραγματεύσεις, η νέα συμφωνία κρατά το βασικό μέτρο πολιτικής κατά της Ρωσίας, δηλαδή το πλαφόν τιμής εξαγωγών αργού πετρελαίου στα 44 δολ. το βαρέλι, ώστε να διατηρηθεί η ισχυρή οικονομική πίεση στη Μόσχα.
Το παρασκήνιο του ελληνικού βέτο
Η στάση της Αθήνας υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του τελικού κειμένου του 21ου πακέτου κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιτιθέμενη σθεναρά στην αρχική πρόταση που προέβλεπε καθολική απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες μετά τον Ιανουάριο του 2027, η Ελλάδα έθεσε διπλωματικό βέτο, παγώνοντας προσωρινά τις διαδικασίες.
Η στάση της ελληνικής πλευράς βασίστηκε στο επιχείρημα ότι μια τέτοια κίνηση θα επέφερε ανεπανόρθωτο πλήγμα στην ευρωπαϊκή —και κατ' επέκταση στην ελληνική— ναυτιλία, ενισχύοντας ταυτόχρονα ξένους, μη δυτικούς ανταγωνιστές, χωρίς εν τέλει να στερήσει κρίσιμα έσοδα από το Κρεμλίνο.
Οι εντατικές πιέσεις απέδωσαν καρπούς: η πλειοψηφία των κρατών-μελών συμφώνησε στην εισαγωγή ρήτρας εξαίρεσης (derogation) για συμβόλαια που υπογράφηκαν πριν από την έναρξη της εισβολής, τον Φεβρουάριο του 2022. Η συγκεκριμένη εξαίρεση θα επανεξετάζεται ετησίως, γεγονός που επιτρέπει στην Αθήνα να αξιοποιήσει ξανά το δικαίωμα αρνησικυρίας στο μέλλον για να διασφαλίσει την παράτασή της.
Η θέση της Dynagas του Γ. Προκοπίου
Στο επίκεντρο αυτής της διπλωματικής αντιπαράθεσης βρέθηκε η προστασία της ναυτιλιακής βιομηχανίας, με σημείο αναφοράς τη ναυτιλιακή Dynagas, συμφερόντων του εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου. Η εταιρεία ελέγχει έναν εξειδικευμένο στόλο 27 δεξαμενόπλοιων LNG, κατέχοντας περίπου το ένα τρίτο της παγκόσμιας χωρητικότητας σε υπερσύγχρονα παγοθραυστικά πλοία τύπου Arc7 (με κόστος κατασκευής σχεδόν 300 εκατ. δολάρια έκαστο), τα οποία εξυπηρετούν το ρωσικό έργο Yamal LNG.
Μέσω ανακοίνωσης, η εταιρεία υπογράμμισε τις αρνητικές συνέπειες των αρχικών σχεδιασμών των Βρυξελλών. Η Dynagas τόνισε πως η καθολική απαγόρευση εγκυμονεί τον κίνδυνο να λειτουργήσει αυτοκαταστροφικά για τη ναυτιλιακή επάρκεια της Ευρώπης, οδηγώντας σε απώλεια στρατηγικής τεχνογνωσίας στην αρκτική πλεύση.
Η εταιρεία υπενθύμισε πως τα άκρως εξειδικευμένα πλοία της απασχολούνται βάσει νομικά δεσμευτικών, μακροχρόνιων ναυλοσυμφώνων που υπογράφηκαν το 2015-2016 και εκτείνονται έως το 2065, πολλά χρόνια πριν από την τρέχουσα σύρραξη.
Επίσης, από την εταιρεία επισημάνθηκε ότι το έργο Yamal έχει ισχυρή ευρωπαϊκή συμμετοχή (όπως το 20% της γαλλικής TotalEnergies), ενώ η ακύρωση των συμβάσεων απλώς θα μετέφερε περιουσιακά στοιχεία και τεχνογνωσία σε μη δυτικούς φορείς. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η ανακοίνωση: «Η ροή LNG θα συνεχιστεί απρόσκοπτα, ενώ η Ευρώπη θα απωλέσει ικανότητες, θέσεις εργασίας, επιρροή και εμπορική αξία που χρειάστηκαν δεκαετίες για να οικοδομηθούν».
Αυστηρότερο το 21ο πακέτο κυρώσεων
Μετά την εξεύρεση χρυσής τομής για το ζήτημα του LNG, το 21ο πακέτο κυρώσεων εγκρίθηκε από τους Ευρωπαίους πρέσβεις. Παρότι κάποιες αρχικές προτάσεις αποδυναμώθηκαν, το πακέτο διατηρεί σκληρά μέτρα με στόχο να στερήσει από τη Μόσχα τους πόρους χρηματοδότησης του πολέμου:
- Πάγωμα πλαφόν στο πετρέλαιο: Αποφεύχθηκε η, βάσει φόρμουλας, προγραμματισμένη αύξηση του ανώτατου ορίου τιμής στο ρωσικό αργό από τα $44 στα $58. Αντ' αυτού, το πλαφόν παραμένει "κλειδωμένο" στα $44 ανά βαρέλι για τους επόμενους 12 μήνες.
- Στοχοποίηση του «σκιώδους στόλου»: Πάνω από 600 πλοία, τα οποία έχει επιστρατεύσει η Ρωσία για να παρακάμπτει τους περιορισμούς τιμών και να διεξάγει επιχειρήσεις υβριδικού πολέμου, προστίθενται στη "μαύρη λίστα", χάνοντας οριστικά την πρόσβαση σε ευρωπαϊκά λιμάνια και υπηρεσίες.
- Οικονομικές και εμπορικές κυρώσεις: Στο στόχαστρο μπαίνουν ρωσικές τράπεζες, πλατφόρμες κρυπτονομισμάτων και πετρελαϊκών συναλλαγών, καθώς και κρίσιμα μέταλλα που χρησιμοποιούνται στα πεδία των μαχών.
- Προσθήκες στη μαύρη λίστα: Επιβάλλονται κυρώσεις σε περισσότερες από 250 εταιρείες και φυσικά πρόσωπα που κατηγορούνται ότι υποστηρίζουν τον πόλεμο, μεταδίδουν προπαγάνδα ή διευκολύνουν την καταστρατήγηση προηγούμενων ευρωπαϊκών μέτρων.