Τα πλασματικά έτη μπορούν να αποδειχθούν ιδιαίτερα χρήσιμα για ασφαλισμένους που βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση, καθώς σε αρκετές περιπτώσεις δίνουν τη δυνατότητα είτε να συμπληρωθεί ο απαιτούμενος χρόνος για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε να αυξηθεί το τελικό ποσό της σύνταξης.
Ωστόσο, η αναγνώριση πλασματικού χρόνου δεν αποτελεί αυτομάτως συμφέρουσα επιλογή. Το κόστος της εξαγοράς μπορεί να διαφέρει σημαντικά, ανάλογα με το ασφαλιστικό καθεστώς, το είδος του χρόνου που αναγνωρίζεται και κυρίως τον χρόνο υποβολής της σχετικής αίτησης.
Όπως εξηγεί στην εκπομπή της ΕΡΤ «Συνδέσεις» η εργατολόγος Άσπα Παπαθανασοπούλου, πριν από οποιαδήποτε απόφαση είναι απαραίτητο να εξετάζεται αν ο συγκεκριμένος χρόνος είναι πράγματι αναγκαίος για τη συνταξιοδότηση και αν το κόστος της εξαγοράς δικαιολογείται από την αύξηση της σύνταξης.
Ποιοι χρόνοι μπορούν να αναγνωριστούν
Μεταξύ των βασικών κατηγοριών πλασματικού χρόνου που μπορούν να αναγνωριστούν περιλαμβάνονται:
- ο χρόνος για τα παιδιά,
- ο χρόνος σπουδών για την απόκτηση πτυχίου,
- τα κενά ασφάλισης,
- ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας για τους άνδρες.
Για τους ασφαλισμένους του ιδιωτικού τομέα και τους ελεύθερους επαγγελματίες, το ανώτατο όριο αναγνώρισης πλασματικού χρόνου ανέρχεται συνολικά σε επτά έτη.
Ειδικά για τον χρόνο λόγω τέκνων, προβλέπεται αναγνώριση ενός έτους για ένα παιδί, τριών ετών για δύο παιδιά και πέντε ετών για τρία παιδιά και άνω.
Διαφορετικό είναι το καθεστώς για τους δημοσίους υπαλλήλους. Ο πλασματικός χρόνος λόγω τέκνων δεν συνυπολογίζεται στο συγκεκριμένο ανώτατο όριο, με αποτέλεσμα σε ορισμένες περιπτώσεις ο συνολικός αναγνωριζόμενος χρόνος να μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 12 έτη.
Πώς υπολογίζεται το κόστος της εξαγοράς
Το ποσό που καλείται να καταβάλει ο ασφαλισμένος εξαρτάται τόσο από την ιδιότητά του όσο και από τον χρόνο κατά τον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση αναγνώρισης.
Για τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, στις αιτήσεις που υποβάλλονται από τις 13 Μαΐου 2016 και μετά, το κόστος αντιστοιχεί στο 20% των αποδοχών του τελευταίου μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης.
Για τους ελεύθερους επαγγελματίες, ο υπολογισμός γίνεται με βάση την εισφορά του κλάδου κύριας ασφάλισης της ασφαλιστικής κατηγορίας στην οποία ανήκει ο ασφαλισμένος.
Η εξόφληση μπορεί να γίνει είτε εφάπαξ είτε τμηματικά. Στην περίπτωση της εφάπαξ καταβολής προβλέπεται έκπτωση 2% για κάθε πλήρες έτος που εξαγοράζεται. Αντίθετα, στην τμηματική καταβολή, μεταξύ άλλων και μέσω παρακράτησης από τη σύνταξη, δεν παρέχεται η συγκεκριμένη έκπτωση.
Γιατί έχει σημασία πότε υποβλήθηκε η αίτηση
Ο χρόνος υποβολής της αίτησης αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για το τελικό κόστος, καθώς οι παλαιότερες αιτήσεις μπορούσαν να εξασφαλίσουν σημαντικά χαμηλότερη δαπάνη.
Για αιτήσεις ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα που είχαν υποβληθεί έως τον Μάιο του 2016, το κόστος ανερχόταν σε 167,85 ευρώ τον μήνα.
Αντίστοιχα, στο Δημόσιο, όσοι είχαν υποβάλει αίτηση έως τις 31 Δεκεμβρίου 2016 είχαν κατοχυρώσει χαμηλότερο κόστος, το οποίο υπολογιζόταν με βάση το 6,67% του βασικού μισθού του Οκτωβρίου 2011.
Στη συνέχεια, το ποσοστό αυξήθηκε σταδιακά: διαμορφώθηκε στο 10% για τις αιτήσεις του 2017, στο 13,3% το 2018, περίπου στο 16,67% το 2019 και από το 2020 και μετά στο 20%, όπως ισχύει και στον ιδιωτικό τομέα.
Ενδεικτικά παραδείγματα κόστους
Η διαφορά που μπορεί να προκύψει στο ποσό της εξαγοράς γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα.
- Για μισθωτό του ιδιωτικού τομέα με μικτό μισθό 1.000 ευρώ, η εξαγορά δύο ετών ανέρχεται περίπου σε 4.800 ευρώ.
- Με μικτό μισθό 1.700 ευρώ, η αναγνώριση τεσσάρων ετών μπορεί να φτάσει περίπου τα 16.320 ευρώ, ενώ για μισθό 2.200 ευρώ το κόστος τριών ετών διαμορφώνεται περίπου στις 15.840 ευρώ.
- Στους ελεύθερους επαγγελματίες, το κόστος διαφοροποιείται ανάλογα με την ασφαλιστική κατηγορία. Ενδεικτικά, για τρία έτη στην πρώτη κατηγορία προσεγγίζει τις 4.500 ευρώ, ενώ στην τρίτη κατηγορία ξεπερνά τις 10.000 ευρώ. Στην έκτη κατηγορία, η εξαγορά πέντε ετών μπορεί να προσεγγίσει ακόμη και τις 36.000 ευρώ.
Πότε πραγματικά συμφέρει
Το βασικό ερώτημα για τον ασφαλισμένο δεν είναι απλώς πόσα πλασματικά έτη μπορεί να εξαγοράσει, αλλά αν χρειάζεται να τα εξαγοράσει.
Η αναγνώριση έχει ιδιαίτερη σημασία όταν ο πλασματικός χρόνος είναι απαραίτητος για τη συμπλήρωση των απαιτούμενων προϋποθέσεων και, κατ’ επέκταση, για τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης.
Σε διαφορετική περίπτωση, θα πρέπει να υπολογιστεί αν η αύξηση που θα προκύψει στο ποσό της σύνταξης είναι αρκετή ώστε να δικαιολογεί το κόστος της εξαγοράς.
Παράλληλα, το ποσό που καταβάλλεται για την αναγνώριση του πλασματικού χρόνου επηρεάζει και τις συντάξιμες αποδοχές. Όσο υψηλότερη είναι η βάση πάνω στην οποία γίνεται η αναγνώριση, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι και η επίδραση στον τελικό υπολογισμό της σύνταξης.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ασφαλισμένου με αποδοχές 1.500 ευρώ, ο οποίος είχε υποβάλει αίτηση έως το 2016. Για την εξαγορά τριών ετών θα μπορούσε να καταβάλει περίπου 3.600 ευρώ. Για μεταγενέστερες αιτήσεις, το αντίστοιχο κόστος αυξήθηκε σημαντικά.
Τι ισχύει στη διαδοχική ασφάλιση
Η αξιοποίηση πλασματικού χρόνου μπορεί να εξεταστεί και στις περιπτώσεις διαδοχικής ασφάλισης, όταν δηλαδή ο ασφαλισμένος έχει εργαστεί σε διαφορετικά ασφαλιστικά ταμεία.
Για παράδειγμα, ασφαλισμένος που είχε προηγούμενο χρόνο ασφάλισης στον πρώην ΟΑΕΕ και στη συνέχεια ασφαλίστηκε ως μισθωτός στο πρώην ΙΚΑ μπορεί να συνυπολογίσει τον συνολικό ασφαλιστικό του χρόνο και, εφόσον πληρούνται οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις, να εξετάσει και την αναγνώριση πλασματικού χρόνου.