Με τη συνοδεία σχεδόν 60 εκπροσώπων από τον επιχειρηματικό και τον πολιτιστικό χώρο, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ πραγματοποιεί αυτή την εβδομάδα επίσκεψη υψηλού ρίσκου στην Κίνα, την πρώτη επίσημη επίσκεψη Βρετανού ηγέτη στο Πεκίνο εδώ και οκτώ χρόνια.
Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση της βρετανικής κυβέρνησης, ο Στάρμερ θα συναντηθεί την Πέμπτη με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ και τον πρωθυπουργό Λι Τσιανγκ, με την ατζέντα να επικεντρώνεται στο εμπόριο, τις επενδύσεις και τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Η σύνθεση της αποστολής αποτυπώνει ξεκάθαρα τη βαρύτητα που αποδίδει το Λονδίνο στην οικονομική διάσταση των σχέσεων με το Πεκίνο.
Ανάμεσα στους συμμετέχοντες βρίσκονται κορυφαία στελέχη του χρηματοπιστωτικού κλάδου, όπως ο πρόεδρος της HSBC, Μπρένταν Νέλσον και ο διευθύνων σύμβουλος της Aberdeen Group, Τζέισον Γουίνδσορ. Ισχυρή είναι και η παρουσία της αεροπορικής και αμυντικής βιομηχανίας, με τον γενικό νομικό σύμβουλο της Airbus, Τζον Χάρισον, καθώς και τον εμπορικό διευθυντή της British Airways, Κολμ Λέισι.
Στον φαρμακευτικό τομέα, το «παρών» δίνουν ο διευθύνων σύμβουλος της AstraZeneca, Πασκάλ Σοριό, και ο πρόεδρος της GSK, σερ Τζόναθαν Σάιμοντς, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της κινεζικής αγοράς για τη βρετανική βιομηχανία υγείας.
Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια περίοδο έντονης διπλωματικής κινητικότητας στο Πεκίνο, καθώς η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τους δεσμούς της με ευρωπαϊκές και δυτικές χώρες εν μέσω αυξανόμενων εντάσεων με τις ΗΠΑ και τους εμπορικούς τους εταίρους, αλλά και διεθνών διενέξεων, όπως αυτή που αφορά τη Γροιλανδία.
Νωρίτερα αυτόν τον μήνα, την κινεζική πρωτεύουσα επισκέφθηκε ο πρωθυπουργός του Καναδά, Μαρκ Κάρνεϊ. Στις αρχές του 2026, ο Σι Τζινπίνγκ υποδέχθηκε τον πρωθυπουργό της Ιρλανδίας, Μάικλ Μάρτιν, στην πρώτη επίσκεψη Ιρλανδού ηγέτη εδώ και 14 χρόνια, ενώ την ίδια ημέρα συναντήθηκε και με τον πρόεδρο της Νότιας Κορέας, Λι Τζε-Μιούνγκ. Ακολούθησε συνάντηση με τον πρωθυπουργό της Φινλανδίας, Πέτερι Όρπο.
Για τον Στάρμερ, η επίσκεψη συνιστά μια λεπτή άσκηση ισορροπίας: από τη μία, η ανάγκη προσέλκυσης επενδύσεων και διατήρησης πρόσβασης στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, από την άλλη, οι αυξανόμενες ανησυχίες για την ασφάλεια, την τεχνολογία και τη γεωπολιτική ευθυγράμμιση της Δύσης απέναντι στην Κίνα.