Δριμεία κριτική ασκεί η ΝΙΚΗ στην κυβέρνηση με αφορμή τη νέα άνοδο του πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας ότι η ακρίβεια στην Ελλάδα δεν αποτελεί ένα παροδικό ή εξωγενές φαινόμενο, αλλά το άμεσο δομικό αποτέλεσμα της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής.
Το κόμμα καταγγέλλει την κυβερνητική στάση ως «στρουθοκαμηλισμό» απέναντι στα καρτέλ και τα ολιγοπώλια, επισημαίνοντας ότι η εμμονή στη διατήρηση των υψηλών έμμεσων φόρων, ακόμη και σε περιόδους έντονης πίεσης, μετακυλίει όλο το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής στα νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Δεκέμβριο, ο Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 2,6%, ενώ οι τιμές των τροφίμων αυξήθηκαν κατά 3,6%. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι σε 24 από τις 49 βασικές κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών καταγράφονται αυξήσεις σημαντικά υψηλότερες από τον γενικό δείκτη. Συγκεκριμένα, οι τιμές στον καφέ και τη σοκολάτα σημείωσαν άλμα άνω του 20% μέσα σε ένα χρόνο, ενώ σημαντικές επιβαρύνσεις παρατηρούνται στα κρέατα με 13,1%, στα φρούτα με 10,6%, στα ενοίκια κατοικιών με 8,4%, καθώς και στην εστίαση και τον πολιτισμό.
Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι η διατήρηση των συντελεστών ΦΠΑ στο 24% και 13% μετατρέπει τον πληθωρισμό σε εργαλείο αύξησης των φορολογικών εσόδων. Τα έσοδα αυτά παράγουν υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα που κατευθύνονται στην αποπληρωμή του δημόσιου χρέους χωρίς ουσιαστική ανταπόδοση στην κοινωνία. Η θέση του κόμματος για την αντιμετώπιση του προβλήματος περιλαμβάνει την άμεση μείωση των έμμεσων φόρων, την αποφασιστική σύγκρουση με την αισχροκέρδεια και τον αναπροσανατολισμό της δημοσιονομικής πολιτικής με επίκεντρο την κοινωνική συνοχή.
Ως αναγκαία μέτρα ανακούφισης των πολιτών, η ΝΙΚΗ προτείνει τον μηδενισμό του ΦΠΑ στα βασικά είδη διατροφής και τα φάρμακα, υιοθετώντας το παράδειγμα της Κύπρου, καθώς και την οριζόντια μείωση των συντελεστών ΦΠΑ και του Ειδικού Φόρου Καταναλωτή στα καύσιμα, στα πρότυπα της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Καταλήγοντας, τονίζεται ότι η οικονομική πολιτική πρέπει να υπηρετεί τους πολίτες και όχι τις λογιστικές απαιτήσεις των δανειστών, καθώς η παρούσα πορεία οδηγεί αναπόφευκτα στη φτωχοποίηση των Ελλήνων και στη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων.