Τράπεζες

Stress test: Πέρασαν με ευκολία τον πήχυ οι ελληνικές τράπεζες


Μεγάλη βελτίωση επιδόσεων σε σχέση με τον προηγούμενο έλεγχο, δεν τίθεται θέμα κεφαλαιακής ενίσχυσης

Χωρίς πολύ... στρες πέρασαν οι ελληνικές τράπεζες τα νέα stress test των ευρωπαϊκών εποπτικών αρχών, εμφανίζοντας επιδόσεις χωρίς διαφορές από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών και εμφανώς βελτιωμένες από τον αμέσως προηγούμενο έλεγχο του 2018, κάτι που αντανακλά την πρόοδο στις προσπάθειες εξυγίανσης των τελευταίων.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η ελληνική τράπεζα που αντιμετώπισε τις μεγαλύτερες προκλήσεις τα τελευταία χρόνια, η Τράπεζα Πειραιώς, εμφάνισε μια μείωση του βασικού δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας στο δυσμενές σενάριο 480 μονάδων βάσης (4,8%) χαμηλότερο από τον μέσο όρο των τραπεζών της ευρωζώνης που εποπτεύονται από την ΕΚΤ (520 μ.β.). Αυτή η μείωση συγκρίνεται με τις 770 μονάδες, που είχαν καταγραφεί στο test του 2018.

Την ίδια ώρα, τράπεζες με μεγάλο εκτόπισμα στην ευρωπαϊκή αγορά είχαν χειρότερες επιδόσεις στο δυσμενές σενάριο. Για παράδειγμα, η μείωση του δείκτη CET1 για την Deutsche Bank στο δυσμενές σενάριο έφθασε τις 620 μονάδες βάσης, ενώ για τη γαλλική Societe Generale στις 562 μονάδες βάσης.

Στη χειρότερη θέση βρέθηκε η ιταλική Banca Monte dei Paschi di Siena, η αρχαιότερη τράπεζα του κόσμου, που έγινεπροβληματική και έχει κρατικοποιηθεί. Στο δυσμενές σενάριο εμφανίζει αρνητικό δείκτη κεφαλαίου (-0,1%) και ανακοινώθηκε εσπευσμένα, πριν τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων του ελέγχου, ότι βρίσκεται σε συζητήσεις για να την εξαγοράσει η UniCredit.

Σε ό,τι αφορά τα αποτελέσματα των ελληνικών τραπεζών, πέραν της Τρ. Πειραιώς, η Eurobank είχε την καλύτερη επίδοση στον έλεγχο με μείωση κεφαλαιακής επάρκειας 433 μονάδων στο δυσμενές σενάριο.

Για την Εθνική η μείωση έφθασε τις 640 μονάδες και για την Alpha Bank τις 870 μονάδες. Όλες οι τράπεζες, παρά τη μείωση αυτή, διατηρούν στο δυσμενές σενάριο δείκτη CE1 αρκετά υψηλότερο από το ελάχιστο όριο, χωρίς μάλιστα να υπολογίζεται η ενίσχυση των κεφαλαίων τους αμέσως μετά το τεστ, που έγινε με βάση τα στοιχεία στις 31 Δεκεμβρίου 2020 (αυξήσεις κεφαλαίου της Πειραιώς και της Alpha, πώληση της Εθνικής Ασφαλιστικής κ.α.).

Τα νέα τεστ δεν έγιναν με τη λογική pass/fail, δηλαδή με στόχο να «κοπούν» όσες τράπεζες θα εμφάνιζαν χαμηλή κεφαλαιακή επάρκεια στο δυσμενές σενάριο. Στόχος ήταν να υπάρχει μια καθοδήγηση της εποπτικής αρχής, προκειμένου:

- Αφενός να αρχίσει από τον Σεπτέμβριο να αξιολογεί ποιες τράπεζες θα επιτραπεί να διανείμουν μερίσματα

- Αφετέρου, να ληφθούν οι αποφάσεις για πιθανές κεφαλαιακές ενισχύσεις που θα χρειασθούν όσες τράπεζες είναι περισσότερο εκτεθειμένες (η λεγόμενη "καθοδήγηση του Πυλώνα 2" - "Pillar 2 Guidance/P2G").

Για το ζήτημα των μερισμάτων οι ελληνικές τράπεζες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα, αφού θα αργήσουν ακόμη να προχωρήσουν σε διανομές στους μετόχους. Ομως έχουν μεγάλη αξία τα συμπεράσματα που θα εξαγάγει η ΕΚΤ στο πλαίσιο του P2G, για να αποφασίσει ποιες τράπεζες θα χρειασθούν πρόσθετα κεφάλαια.

Με βάση τις επιδόσεις των τραπεζών στο δυσμενές σενάριο και τις ενέργειες για κεφαλαιακή ενίσχυση που έχουν ήδη γίνει, τα αποτελέσματα του ελέγχου δεν οδηγούν στο κοντινό μέλλον σε υποδείξεις για άντληση κεφαλαίων από την ΕΚΤ.

Αντίθετα, η Eurobank, που είχε την καλύτερη επίδοση στο δυσμενές σενάριο, κατατάσσεται με βάση τη μεθοδολογία του P2G στην καλύτερη από τις δύο ομάδες τραπεζών που παρακολουθεί η εποπτική αρχή, κάτι που σημαίνει ότι θα μειωθούν οι ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και η τράπεζα θα μπορεί να αναπτύξει ταχύτερα τις χορηγήσεις νέων δανείων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο δυσμενές σενάριο υπολογίσθηκε η επίδραση στην κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών από μια παρατεταμένη ύφεση, τριετούς διάρκειας, με επίσης παρατεταμένη διατήρηση των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων.

Το μακροοικονομικό σενάριο για την Ελλάδα, με βάση το οποίο έγινε το  «στρεσάρισμα» των ισολογισμών των ελληνικών τραπεζών ήταν μεν αρκετά «σκληρό», χωρίς όμως να διαφοροποιείται σημαντικά από το αντίστοιχο σενάριο για την ευρωζώνη, παρά το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι περισσότερο ευαίσθητη σε μια διαταραχή που θα επηρέαζε τον τουρισμό.

Τρ. Πειραιώς: Απώλεια 480 μονάδων στο δυσμενές σενάριο

Υπό το βασικό σενάριο, όπως ανακοίνωσε η Τρ. Πειραιώς, ο συνολικός δείκτης εποπτικών κεφαλαίων σε πλήρη εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου της Βασιλείας ΙΙΙ ανέρχεται στο 17,1%, ενώ ο δείκτης κεφαλαίων CET1 διαμορφώνεται στο 15,0% στα τέλη του έτους 2023. Το βασικό σενάριο καταλήγει σε αύξηση των κεφαλαιακών δεικτών κατά περίπου 365 μονάδες βάσης έναντι του 2020.

Το δυσμενές σενάριο οδηγεί σε μείωση των κεφαλαιακών δεικτών κατά περίπου 480 μονάδες βάσης για την τριετή περίοδο. Η αντίστοιχη μείωση στην άσκηση του 2018 ήταν περίπου 770 μονάδες βάσης. Οι δείκτες κεφαλαίων σε πλήρη εφαρμογή του εποπτικού πλαισίου της Βασιλείας ΙΙΙ για το τέλος του έτους 2023 διαμορφώνονται σε 8,6% για τον συνολικό δείκτη κεφαλαίων και 6,5% για τον δείκτη CET1. Το δυσμενές σενάριο οδηγεί σε μείωση περίπου 610 μονάδων βάσης κατά το έτος με τη μεγαλύτερη επίπτωση (2021).

Η άσκηση βασίσθηκε στην παραδοχή στατικού ισολογισμού και δεν λαμβάνει υπόψη πρωτοβουλίες μετά τις 31 Δεκεμβρίου 2020. Στο πλαίσιο του σχεδίου “Sunrise”, η Πειραιώς ολοκλήρωσε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου €1,38 δισ. και έκδοση ομολόγου AT1 ύψους €0,6 δισ. κατά το δεύτερο τρίμηνο 2021. Λαμβάνοντας υπόψιν αυτές τις ενέργειες, οι κεφαλαιακοί δείκτες με πλήρη ενσωμάτωση της Βασιλείας ΙΙΙ κάτω από το δυσμενές σενάριο για το 2023 ανέρχονται σε περίπου 13,5% σε όρους συνολικών κεφαλαίων και περίπου 10,0% σε όρους κεφαλαίων CET1, σύμφωνα με pro forma υπολογισμούς της Πειραιώς.

Eurobank: Μείωση 433 μονάδων

Τα παρακάτω μεγέθη συνοψίζουν τα αποτελέσματα του Ομίλου Eurobank Holdings σε ενοποιημένη βάση υπό το Βασικό και υπό το Δυσμενές σενάριο της άσκησης, σύμφωνα με ανακοίνωση της Eurobank. Η αφετηρία της άσκησης είναι η οικονομική και κεφαλαιακή θέση του Ομίλου στις 31/12/2020 . Ο χρονικός ορίζοντας της άσκησης καλύπτει την περίοδο μέχρι το τέλος του 2023.

Υπό το Βασικό σενάριο, η κεφαλαιακή επάρκεια του Ομίλου αυξάνεται κατά 290μ.β. κατά τη διάρκεια των 3 ετών, καταλήγοντας σε συνολικό Fully Loaded δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας (CAD) 17,5% και σε Fully Loaded δείκτη Core Tier 1 (CET 1) 14,9% στο τέλος του 2023 (με βάση την πλήρη εφαρμογή των κανόνων της Βασιλείας ΙΙΙ).

Υπό το Δυσμενές σενάριο, ο δείκτης Fully Loaded CET 1 μειώνεται κατά 433μ.β. στο τέλος του 2023 και κατά 517μ.β. στο έτος με την υψηλότερη επίπτωση (2021). Κατά συνέπεια, ο δείκτης Fully Loaded CET 1 διαμορφώνεται σε 7,6% στο τέλος του 2023 και σε 6,8% στο έτος με την υψηλότερη επίπτωση (2021). Ο μεταβατικός δείκτης CET 1 στο τέλος του 2023 διαμορφώνεται στο 8%.

Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank Φωκίων Καραβίας, δήλωσε:

«Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με την επίδοση του Ομίλου μας στο Stress Test της ΕΚΤ. Ειδικότερα, υπό τις αυστηρές παραδοχές του δυσμενούς σεναρίου, το ποσό της απομείωσης κεφαλαίου, που αποτελεί βασική παράμετρο της άσκησης, επιβεβαίωσε την ανθεκτικότητα της τράπεζας και την ικανότητά της να αντέξει μία σοβαρή οικονομική ύφεση. Ως η πρώτη ελληνική τράπεζα που ολοκληρώνει την εξυγίανσή της από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, εστιάζουμε τις προσπάθειές μας στη χρηματοδότηση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, και στη στήριξη της ανάπτυξης σε όλες τις αγορές όπου έχουμε παρουσία».

Εθνική: Απώλειες 640 μονάδων στο δυσμενές σενάριο

Η άσκηση προσομοίωσης, όπως ανακοίνωσε η Εθνική, βασίστηκε σε Στατική προσέγγιση του Ισολογισμού, λαμβάνοντας υπόψη τη χρηματοοικονομική και κεφαλαιακή θέση του Ομίλου κατά την 31/12/2020 ως σημείο εκκίνησης, επί του οποίου και πραγματοποιήθηκε προσομοίωση ακραίων συνθηκών βάσει ενός Βασικού και ενός Δυσμενούς σεναρίου με ορίζοντα τριετίας (2021-23).

Με αφετηρία το δείκτη Κύριων Βασικών Ιδίων Κεφαλαίων με πλήρη επίδραση του ΔΠΧΑ 9 («CET1 FL») ύψους 12.8% στις 31/12/2020 (15.7% χωρίς την πλήρη επίδραση του ΔΠΧΑ 9), το Βασικό σενάριο είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της κεφαλαιακής θέσης κατά 270μ.β. σε ορίζοντα τριετίας, με το δείκτη CET1 FL να διαμορφώνεται σε 15.5% το 2023. Υπό το Δυσμενές σενάριο, σημειώθηκε  μέγιστη αρνητική επίπτωση 6.4% στο δείκτη CET1 FL το 2022, ο οποίος διαμορφώθηκε σε 6.4% το 2023.

Δεδομένης της μεθοδολογίας του Στατικού Ισολογισμού, η Ασκηση Προσομοίωσης Ακραίων Συνθηκών του 2021 δε λαμβάνει υπόψη τη θετική επίδραση κεφαλαιακών ενεργειών που έπονται της 31/12/2020.

Ο δείκτης CET1 FL του Ομίλου την 31 Μαρτίου 2021 διαμορφώθηκε σε 14.0% (pro-forma, συνυπολογίζοντας τα κέρδη της περιόδου), υπερβαίνοντας κατά 120μ.β. αντίστοιχα το επίπεδο εκκίνησης της Άσκησης Προσομοίωσης Ακραίων Συνθηκών. Επιπροσθέτως, δεν λήφθηκε υπόψη η θετική επίδραση στο Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας από την ολοκλήρωση της τιτλοποίησης Frontier και της πώλησης της Εθνικής Ασφαλιστικής, συνολικού ύψους περίπου 170μ.β. Σύμφωνα με τους pro-forma υπολογισμούς της Τράπεζας, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, ο Συνολικός Δείκτης Κεφαλαιακής Επάρκειας αυξάνεται κατά σχεδόν 300μ.β.

Alpha Bank: Απώλειες 870 μονάδων

Η Άσκηση Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων πραγματοποιήθηκε βασιζόμενη στην υπόθεση για στατικούς ισολογισμούς, σημειώνει η Alpha Bank στη δική της ανακοίνωση, υπό το βασικό και το δυσμενές σενάριο μακροοικονομικών παραδοχών, με χρονικό ορίζοντα τριών ετών (2020-2023). Στο πλαίσιο της Άσκησης, δεν εφαρμόστηκε κανένα ελάχιστο όριο (hurdle rate) ή όριο κεφαλαίων, αλλά σχεδιάστηκε, προκειμένου τα αποτελέσματα της Άσκησης να τροφοδοτήσουν την ετήσια εποπτική αξιολόγηση της Τράπεζας (Supervisory Evaluation Process).

Σημείο έναρξης της Άσκησης ήταν η 31η Δεκεμβρίου 2020, κατά την οποία ο Μεταβατικός Δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 της Τράπεζας (CET1 transitional ratio) ήταν 17,1%, ο Δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων ήταν 14,6%, ο Μεταβατικός Δείκτης Μόχλευσης (Leverage ratio transitional) ήταν 12,5% και ο Δείκτης Μόχλευσης με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (Leverage ratio fully loaded) ήταν 10,7%.

Υπό το βασικό σενάριο, η δημιουργία κεφαλαίου, στην περίοδο της τριετίας (2020-2023), ήταν 2,8%, μετά από τη σταδιακή ενσωμάτωση 2,4% του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (IFRS 9 phase-in), με τον Μεταβατικό Δείκτη Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 transitional ratio) της Τράπεζας να διαμορφώνεται το 2023 στο 17,4%. Το 2023, ο Δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (CET1 fully loaded ratio) ανήλθε στο 17,3%, ενώ ο Δείκτης Μόχλευσης με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (Leverage ratio (fully loaded)) διαμορφώθηκε στο 13,0%.

Υπό το δυσμενές σενάριο, ο Μεταβατικός Δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 (CET1 transitional ratio) ανήλθε στο 8,4% για το έτος 2023, κυρίως λόγω της αρνητικής επίδρασης του πιστωτικού κινδύνου. Το 2023, ο Δείκτης Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (CET1 fully loaded ratio) ανήλθε στο 8,3% και ο Δείκτης Μόχλευσης με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (Leverage ratio fully loaded) διαμορφώθηκε στο 6,1%.

Η μείωση των κεφαλαίων στην περίοδο της τριετίας, υπό το δυσμενές σενάριο, ήταν 8,7%, εκ των οποίων το 2,4% οφείλεται στην επίδραση του Διεθνούς Προτύπου Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 9 (IFRS 9) και το 6,3% στην εφαρμογή των παραμέτρων της Άσκησης Προσομοίωσης Ακραίων Καταστάσεων. To 2022, η Τράπεζα κατέγραψε το χαμηλότερο επίπεδο του Δείκτη Κεφαλαίων Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1 με πλήρη εφαρμογή των μεταβατικών διατάξεων (CET1 fully loaded ratio), ο οποίος διαμορφώθηκε στο 8,1%.

ΕΚΤ: Ανθεκτικές οι τράπεζες της ευρωζώνης

Η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων δείχνει ότι το τραπεζικό σύστημα της ζώνης του ευρώ παραμένει ανθεκτικό στο πλαίσιο αντίξοου μακροοικονομικού σεναρίου, τονίζει η ΕΚΤ στην ανακοίνωσή της, καθώς:

  • Ο μέσος τελικός δείκτης CET1 για 89 τράπεζες υπό την εποπτεία της ΕΚΤ στο πλαίσιο δυσμενούς σεναρίου σε τριετή χρονικό ορίζοντα είναι 9,9%, δηλ. υποχώρησε κατά 5,2 ποσοστιαίες μονάδες από το σημείο εκκίνησης (15,1%).
  • Συνολικά συμμετείχαν οι 38 τράπεζες που περιλαμβάνονταν στο δείγμα της ΕΑΤ και 51 ακόμη τράπεζες μεσαίου μεγέθους που εποπτεύονται από την ΕΚΤ.
  •  Βασικοί παράγοντες που συντέλεσαν στη μείωση κεφαλαίου: πιστωτικός κίνδυνος, κίνδυνος αγοράς και ικανότητα δημιουργίας εσόδων.

Ειδικότερα, ο δείκτης κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 (Common Equity Tier 1 – CET1) των 89 τραπεζών που συμμετείχαν στην εν λόγω άσκηση θα υποχωρούσε από 15,1% σε 9,9%, δηλ. κατά 5,2 ποσοστιαίες μονάδες κατά μέσο όρο, εάν οι εν λόγω τράπεζες εκτίθεντο σε τριετή περίοδο ακραίων καταστάσεων χαρακτηριζόμενη από αντίξοες μακροοικονομικές συνθήκες. Ο δείκτης CET1 αποτελεί βασικό μέτρο υπολογισμού της οικονομικής ευρωστίας μιας τράπεζας.

Και οι 89 τράπεζες που καλύπτονται στην έκθεση εποπτεύονται από την ΕΚΤ. Πρόκειται για 38 τράπεζες της ζώνης του ευρώ οι οποίες συμμετέχουν στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ) και 51 ακόμη τράπεζες μεσαίου μεγέθους της ζώνης του ευρώ. Συνολικά αντιπροσωπεύουν ελαφρώς πάνω από το 75% των συνολικών στοιχείων ενεργητικού του τραπεζικού τομέα στη ζώνη του ευρώ.

 Οδηγός για μελλοντικές κινήσεις

Η ΕΑΤ δημοσίευσε νωρίτερα τα αποτελέσματα των επιμέρους τραπεζών που συμμετείχαν στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο ΕΕ. Τα εν λόγω αποτελέσματα περιλαμβάνουν λεπτομερή δεδομένα για τις 38 τράπεζες της ζώνης του ευρώ που συγκαταλέγονται στο εν λόγω δείγμα. Για πρώτη φορά, η ΕΚΤ δημοσίευσε επίσης σήμερα επιλεγμένες πληροφορίες για τις 51 τράπεζες μεσαίου μεγέθους οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο δείγμα της ΕΑΤ.

Στην άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων δεν υφίσταται θέμα επιτυχίας ή αποτυχίας και δεν τίθεται όριο προκειμένου να καθοριστεί η αποτυχία ή επιτυχία των τραπεζών για τους σκοπούς της άσκησης. Αντιθέτως, τα ευρήματα της άσκησης θα ενσωματωθούν στον συνεχιζόμενο εποπτικό διάλογο.

Οι τράπεζες ήταν σε καλύτερη κατάσταση στην αρχή της άσκησης από ό,τι ήταν τρία χρόνια πριν, όμως η μείωση κεφαλαίου σε επίπεδο συστήματος ήταν υψηλότερη. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το σενάριο ήταν πολύ δυσμενέστερο σε σύγκριση με το σενάριο που είχε χρησιμοποιηθεί στην άσκηση του 2018.

Η μέση συνολική μείωση κεφαλαίου ήταν 5,2 ποσοστιαίες μονάδες και αναλύεται ως εξής. Όσον αφορά τις 38 τράπεζες που συμμετείχαν στην άσκηση της ΕΑΤ, ο μέσος δείκτης CET1 υποχώρησε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες, από 14,7% σε 9,7%. H μέση μείωση κεφαλαίου για τις 51 τράπεζες μεσαίου μεγέθους που συμμετείχαν αποκλειστικά στην άσκηση της ΕΚΤ αντιστοιχούσε σε 6,8 ποσοστιαίες μονάδες, ο σχετικός δείκτης δηλαδή υποχώρησε σε 11,3% σε σχέση με το σημείο εκκίνησης (18,1%).

Ο κύριος λόγος για τον οποίο παρατηρείται αυτή η διαφορά στη μείωση κεφαλαίου υπό το δυσμενές σενάριο είναι ότι οι τράπεζες μεσαίου μεγέθους επηρεάζονται περισσότερο από τους χαμηλότερους καθαρούς τόκους-έσοδα, τα χαμηλότερα καθαρά έσοδα από αμοιβές και προμήθειες και τα μειωμένα έσοδα από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών στον τριετή ορίζοντα της άσκησης.

Επίσης, σύμφωνα με τα αποτελέσματα ο πρώτος βασικός παράγοντας που συνέβαλε στη μείωση του κεφαλαίου ήταν ο πιστωτικός κίνδυνος, επειδή η οικονομική διαταραχή στο δυσμενές σενάριο οδήγησε σε ζημίες από δάνεια. Παρά τη συνολική ανθεκτικότητα του τραπεζικού συστήματος, εξαιτίας των νέων προκλήσεων που έχουν προκύψει από την πανδημία του κορωνοϊού (COVID-19) οι τράπεζες πρέπει να διασφαλίσουν την ορθή μέτρηση και διαχείριση του πιστωτικού κινδύνου.

Για ένα υποσύνολο τραπεζών, ο δεύτερος βασικός παράγοντας που συνέβαλε στη μείωση του κεφαλαίου ήταν ο κίνδυνος αγοράς. Το γεγονός ότι χρειάστηκε να αναπροσαρμοστεί πλήρως η αξία πολλών χρηματοοικονομικών προϊόντων αποτέλεσε τον μεγαλύτερο μεμονωμένο παράγοντα κινδύνου αγοράς. Αυτό επηρέασε ιδίως τις μεγαλύτερες τράπεζες, καθώς είναι πιο εκτεθειμένες σε διαταραχές όσον αφορά τις μετοχές και τα πιστωτικά περιθώρια.

Ο τρίτος βασικός παράγοντας ήταν η περιορισμένη ικανότητα δημιουργίας εσόδων σε δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, καθώς υπό το δυσμενές σενάριο οι τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με σημαντική μείωση των καθαρών τόκων-εσόδων τους, των εσόδων τους από το χαρτοφυλάκιο συναλλαγών και των καθαρών εσόδων τους από αμοιβές και προμήθειες.